Το σπίτι που φτιάξαμε από το τίποτα

515

Όταν αποφασίσαμε να μείνουμε στο πουθενά ενός ελαιώνα με θέα τη θάλασσα, τις αλεπούδες, τα αγριογούρουνα και τις νεράιδες του βουνού, είχαμε καθόλου λεφτά, ο ένας τον άλλον και μια αποθήκη. Ένα ορθογώνιο κουτί από τσιμεντόλιθους που πριν από μας είχαν ανακαλύψει αποικίες ποντικών, που έπρεπε να μεταναστεύσουν όταν ξαφνικά μας μπήκε η ιδέα να το κάνουμε «σπίτι».

image

image

Οι δυο μας, χωρίς εργάτες, χωρίς μηχανικούς και αρχιτέκτονες. Που και να είχαμε να τους πληρώσουμε, δεν θα είχαν στο μυαλό τους τον δικό μας παράδεισο. Όπως ήδη τον είχε χτίσει η δική μας άποψη για ένα δωμάτιο που να χωράει ένα ατελιέ για τα δικά μου υφάσματα, ένα υπνοδωμάτιο που να κοιμίζει και τον φίλο που θα ξεμείνει και μια τραπεζαρία που να χωράει πολλούς-καλούς, ένα γραφείο και μια βιβλιοθήκη, ένα σαλόνι και ένα χώρο να αράζεις με τα βιβλία και τα κεντήματά σου.

image

image

Σε 25 τετραγωνικά. Χωρίς χωρίσματα, με τοίχους από τσιμεντολίθια ασοβάτιστα της θλίψης και ένα στραβό, χωματένιο πάτωμα. Μας πήρε δυο βδομάδες, πολλές εξορμήσεις σε θησαυρούς που κοιμόντουσαν σε πατάρια από τους καιρούς της αφθονίας, και κάτι ψιλά για τα υλικά. Το φούξια χρώμα φώτισε χαρά το τσιμεντολίθι, το κόκκινο του Μαρακές στο τσιμέντο ίσιωσε το πάτωμα.

image

Όσο ο Κώστας γύρευε ξύλα από σκοτωμένες ελιές και πάλευε στο μυαλό του ένα σχέδιο για κρεβάτι που να είναι και καναπές, μαζί κι ένα τραπέζι που να στηρίζεται σε έναν κομμένο κορμό από τα ξύλα που είχαμε για το τζάκι και καθρέφτες από γυαλόξυλα, εγώ έκοβα κομματάκια από λουλουδιαστά ρετάλια κι έφτιαχνα στρώματα και μαξιλάρες από τα κεντήματα της γιαγιάς του Ανδρέα (Λαγού) που μου χάρισε η μαμά του.

image

Αφού έτριψε με το μυαλό του τα σχέδια και με τα χέρια του τα ξύλα, βρεθήκαμε μια μέρα με τους πρώτους ήλιους της άνοιξης να τα βάφουμε παρέα κάτω από την κληματαριά. Ένα παλιό κιλίμι από το παζάρι των ρωσοπόντιων στο Θησείο, ένα βεδουίνικο κιλίμι που μου χάρισε ο Βασιλάκης (Καλλίδης) από το Μαρόκο, η πολυθρόνα-ευγενική χορηγία της μαμάς που ντύθηκε στα χρώματα με ρετάλια από την Ευαγγελιστρίας, καπέλα για φωτιστικά από ταπεινούλια κουρελάκια, ένας πολυέλαιος από το πατρικό, η σιφονιέρα της προγιαγιάς που βάφτηκε άσπρη λαδομπογιά, μια παλιά ξυλόσομπα από τα σκουπίδια που άστραψε με σπρέι ασημένιο, μια βιβλιοθήκη μεγάλη σαν όνειρο που έφτιαξε ο Κώστας από μαδέρια πεταμένα σε μια οικοδομή, πολυθρόνες πλαστικές και ζουζουνί με 7 ευρώ από το Πράκτικερ.

Όσο φτιάχναμε την καλαμωτή με πλαστικό, μια παλιά σκισμένη τέντα και ένα φρέσκο κλήμα που κάθε μέρα γεννούσε τσαμπιά μωρά σταφύλια, η γάτα γεννούσε γατάκια, η σκύλα σκυλάκια και οι ορτανσίες λουλούδια στα κασπό του 1 ευρώ από τα κινεζάδικα.

image

Στο δωμάτιο-σπίτι μας ζούμε εμείς, μας κοιτά η αύρα από τα παλιά πιθάρια του λαδιού που έμεναν εδώ πριν από μας, μας κοιτά μια κεντημένη στο χέρι τίγρη από μια πάντα που ψώνισα στη λαϊκή, μας χαζεύουν οι ελιές από την απέναντι πλαγιά, οι νυφίτσες και οι σκατζόχοιροι, μια κόκκινη πουά ομπρέλα από τα Τζάμπο, μια ζωή που ήταν εδώ από παλιά και μια ζωή που συλλαβίζουμε κάθε μέρα, ανιχνεύοντας την τροχιά του ήλιου και της σελήνης πάνω από τα κεφάλια μας, τον ήχο των τζιτζικιών, της γεννήτριας και του γρύλου.

Αύριο θα ντύσουμε την εξώπορτα με ένα πανί που βρήκα στην Αιόλου. Έχει ζωγραφισμένο ένα σοκάκι με βουκαμβίλια σε ένα νησί. Μέχρι να μεγαλώσει η δικιά μας, το νησί είναι εδώ.

image

image

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here