Και τι δε θα ΄δινα να υπήρχε ένα τηλέφωνο εκεί ψηλά

318

Όλα θα τα έδινα, ακούς; Ό,τι πολυτιμότερο έχω, αυτά που μου έδωσαν, αυτά που μου χάρισαν, μόνο για να ακούσω τη φωνή σου. Θέλω, όμως, να μην υπάρχει χρονόμετρο, να μην υπάρχει περιορισμός σε εκείνο το τηλεφώνημα.

Να είναι όπως τότε, πριν φύγεις. Που σε έπαιρνα και μιλάγαμε με τις ώρες, μιλάγαμε ακόμα και την ώρα που περπατούσα για να έρθω να σε βρω. Εσύ φώναζες πως πάλι άργησα κι εγώ σε ρώταγα αν θες να σου φέρω καφέ. Προσπαθούσα να αποφύγω να μου τον φτιάξεις εσύ. Δε στο είχα πει ποτέ, αλλά δεν πινόταν.

Και τι δε θα έδινα τώρα για να ξαναπιώ εκείνον τον καφέ. «Να μου φέρεις τσιγάρα», φώναζες, πριν το κλείσω και μετά τσαντιζόσουν που δεν έπαιρνα τα χρήματα. Εγώ σου χαμογελούσα κι εσύ άναβες τσιγάρο.

Εκείνο το γέλιο θέλω να ξανακούσω, εκείνη τη φωνή που με ξύπναγε τόσο γλυκά, όταν με έπαιρνε ο ύπνος. Τη φωνή που σοβάρευε απότομα όταν σου μιλούσα για το τι συνέβαινε, εκείνη την απόλυτη χροιά όταν ήσουν αποφασισμένη. Δεν μπορώ να την ξεχάσω τη φωνή σου κι ώρες-ώρες είναι σαν να έρχεται στο μυαλό μου. Σαν να έρχεσαι στο αφτί μου, όταν είμαι έξω με κόσμο και μου ψιθυρίζεις όλα εκείνα που λέγαμε και πεθαίναμε στο γέλιο.

Ποιος μπορεί να ζήσει με την ιδέα της απώλειας, ποιος μπορεί να συνεχίσει τη ζωή του, όπως ακριβώς ήταν μετά από κάτι τέτοιο; Πώς; Δε γίνεται, όση δύναμη κι αν έχεις μέσα σου, όση όρεξη για ζωή, την ώρα που κάποιος που αγαπάς πηγαίνει εκεί ψηλά, είναι σαν παράλληλα να ξεριζώνεται ένα τεράστιο κομμάτι της ψυχής σου.

Με άφησες να παλεύω με όλα αυτά που ζήσαμε, αλλά εγώ δεν τα παράτησα και δε θα τα παρατήσω και δε θα τα ξεχάσω . Γιατί δεν έφυγες, γιατί είσαι εδώ, γιατί είσαι δίπλα μου. Δίπλα σε εκείνους που σε λατρεύουν και μας προσέχεις και με προσέχεις και το ξέρω, το νιώθω.

Είσαι στον ουρανό και τον ζωγραφίζεις ροζ ακόμη κι εκεί ψηλά θέλεις να περνάει το δικό σου. Είσαι στα ξημερώματα που εγώ βγαίνω, πίνω και χαμογελάω για εσένα. Γιατί πάντα ήθελες να είμαι καλά και δε θες να με βλέπεις με κλαμένα μάτια, όπως τώρα, που σου γράφω όλα αυτά.

Πάντα έλεγες πως: «Για κάποιο λόγο γίνονται όλα» κι εγώ νευρίαζα γιατί αργούσε πολύ η ώρα για να μάθω αυτό το λόγο. Μα τώρα τον έμαθα και ξέρω πως εσύ δεν ήσουν για αυτό τον κόσμο. Ήσουν για έναν κόσμο αληθινό, παραμυθένιο, αγνό και τρυφερό. Έναν κόσμο που να αντέχει την τρέλα σου, το δυνατό σου γέλιο, τον τσαμπουκά και τα πολλά τσιγάρα σου.

Όσοι έχουμε κάποιον εκεί ψηλά, είμαστε πιο δυνατοί, γιατί έχουμε βιώσει έναν απ’ τους μεγαλύτερους πόνους. Ξέρουμε πως δεν υπάρχει κάτι χειρότερο, χαμογελάμε συνέχεια κι όταν είμαστε μόνοι μας κλαίμε πολύ. Αλλά μετά θυμόμαστε πως σε αντίθεση με όλους τους άλλους, εμείς όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε έχουμε έναν άγγελο δίπλα μας. Αν κοιτάξεις προσεχτικά τα μάτια μας, θα καταλάβεις πολλά. Σιχαινόμαστε τον οίκτο, αγαπάμε και προσέχουμε πολύ εκείνους τους λίγους που έχουμε δίπλα μας. Γιατί φοβόμαστε.

Στεναχωριέμαι για όλους εκείνους που δεν πρόλαβαν να σε γνωρίσουν, είχαν τόσα να μάθουν. Βουρκώνω όταν σκέφτομαι πως σε αυτή τη γη δε θα ξανά ακουστεί η φωνή σου. Αλλά χαμογελάω όταν εγώ μαγικά την ακούω.

Κουράστηκα να προσεύχομαι κάθε βράδυ να έρθεις στο όνειρό μου, θέλω απλώς να μου επιβεβαιώσεις πως είσαι εντάξει, εκεί. Να σηκώσω ένα γαμήδι τηλέφωνο και να είσαι εσύ ξανά. Βλέπω το όνομά σου, στις επαφές του κινητού μου και θέλω τόσο να τηλεφωνήσω. Αλλά ξέρω, πως δε θα το ξανά σηκώσεις ποτέ εσύ.

Θέλω απλώς να ακούσω τη φωνή σου, να μην πρέπει να κοιτάξω τον ουρανό για να σου φωνάξω «σ’ αγαπώ». Θέλω όλα να γίνουν όπως ήταν παλιά και το χαμόγελό μου να γίνει ξανά αληθινό…

Για την Άντζελα.

Συντάκτης: Μάρω Καλλιοντζή
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here