Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ

210

Εκείνη η βαλίτσα στο στομάχι μου κάθονταν .

Είχε καφέ χρώμα, ήταν τεράστια , πιο πολύ με μπαούλο έμοιαζε και γύρω της τυλίγονταν δυο φρικτά πέτσινα λουριά που την σφάλιζαν κουμπώνοντας αναμετάξυ τους. Πολύ γρήγορα, πριν καλά – καλά μάθω γραφή και ανάγνωση είχα μάθει πως η εκείνη βαλίτσα σήμαινε αποχωρισμό. Αυτή την βαλίτσα η μάνα μου την είχε αποθέσει πάνω από στην ντουλάπα (τότε οι ντουλάπες μας δεν ήταν εντοιχισμένες) που υπήρχε στην κρεββατοκάμαρή της. Εκεί περίμενε υπομονετικά για να κατεβεί σαν ο πατέρας έφευγε για το επόμενο μπάρκο.

Τα μεσημέρια ή αργά τα απογεύματα σαν γύριζα από το παιχνίδι περνούσα από την κάμαρη και τις έριχνα ματιές κρυφές για να βεβαιωθώ πως ήταν στη θέση της. Πόσο την μισούσα. Είχε παράξενες ιδιότητες, μαγικές θαρρείς αυτή η βαλίτσα, όταν κατέβαινε από κει πάνω έσβηνε το χαμόγελο από το στόμα του πατέρα μου, η μάνα μου σταματούσε το τραγούδι , έκλεινε το ραδιόφωνό, δεν άκουγε την αγαπημένη της ραδιοφωνική σειρά «μικρή πικρή μου αγάπη» και γενικά έπινε το αμίλητο νερό.

Το φως χάνονταν από το σπίτι. 

Εκείνο το μεσημέρι , βρήκα τον πατέρα μου στο σπίτι , με είχε προλάβει. Μπήκα φουριόζος και κάθιδρος από το τρεχαλητό. Πάγωσα, η ματιά μου έπεσε πάνω της. Η βαλίτσα είχε αφήσει τα χουζούρια της και κείτονταν εκεί στην άκρη της κουζίνας.

Ήξερα πολύ καλά τι σήμαινε τούτο.

Εκείνος έπρεπε να φύγει πάλι, πάλι στα καράβια μακριά μας και ένας θεός ξέρει για πόσο. Το μεσημεριανό γεύμα είχε φαγητό της απολύτου αρεσκείας μου , σούπα και λουκάνικο του χασάπη με αυγό τηγανητό. Δεν πήγαινε μπουκιά κάτω. Στο τραπέζι νεκρική σιγή.

Με κοιτούσαν , τους κοιτούσα , δεν μιλούσε κανείς μας .

Καταλάβαινα, οι διάλογοι μεταξύ τους γίνονταν με τα μάτια , απρόφερτοι , επώδυνοι μεταξύ ανάγκης και θέλησης. Του μίλησα πρώτος εγώ ρωτώντας τον «Θα φύγεις πάλι;;» Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά , πήρε ανάσα βαθιά και ξεκίνησε « Αυτή είναι η δουλειά μου, ναυτικός. Εσύ να προσέχεις νάσαι καλό παιδί, να διαβάζεις για να γίνεις άνθρωπος όχι σαν και μένα, να νοιάζεσαι τη μάνα σου» Μούρθε και την είπα την παπαριά. « Γιατί μπαμπά, εσύ δεν είσαι άνθρωπος;;;» Με κοίταξε με μάτια κόκκινα όλο αγριάδα « Όχι δεν είμαι , είμαι αγρίμι. Εκεί που πάω είμαι μοναχός. Εγώ η θάλασσα και ο Άη Νικόλας. Πρόσεχε μην γίνεις και εσύ έτσι. Νάχεις την κατάρα μου σαν γίνεις ναυτικός. » Η μάνα μου σηκώθηκε βιαστικά από το τραπέζι, καμώθηκε πως πήγε να σιάξει κάτι στον νεροχύτη, μα πρόφτασα να την δω που ήτανε κλαμένη.

Εκείνο το απόγευμα δεν πήγα για παιχνίδι. Θυμάμαι ήτανε παραμονή της γιορτής του Άη Νικόλα. Πλύθηκα καλά στην σκάφη (δεν είχε μπανιέρα το σπίτι μας , ούτε ντουζιέρα) , έβαλα τα καλά μου για να πάμε όλοι μαζί στον Άγιο να του ανάψουμε κερί και να προσευχηθούμε νάχει καλά ταξίδια και ακύμματες θάλασσες ο πατέρας. Ξεκινήσαμε νωρίς- νωρίς για τον Αη Νικόλα τον φτωχό , εκεί στην Άνω Σύρο, ποδαράτοι. Εκείνος προχωρούσε και έκαιγε το ένα “SANTE” πίσω από το άλλο. «Νίκο πολύ καπνίζεις» του είπε εκείνη . «Ασε με» της αποκρίθηκε. Άλλα δάκρυα.

Σαν ανεβήκαμε τα τελευταία σκαλοπάτια και φτάσαμε μπροστά στην εκκλησιά εκείνος κοντοστάθηκε. « Γιατί δεν μπαίνεις ;;;» τον ρώτησε η μάνα . « Τον ντρέπομαι, του έρχομαι σαν τον έχω ανάγκη» μουρμούρισε. «Ελα τώρα, μπες»

Βρεθήκαμε μες την εκκλησιά, εκείνος άναψε το κερί στον Άγιο , στήθηκε παραπίσω , έδεσε τα χέρια και βάλθηκε να κοιτάει το εικόνισμα ανέκφραστος. Εγώ με την μάνα γονατίσαμε μπροστά στο εικόνισμα. «Παρακάλα τον, εσένα θα σ΄ ακούσει γιατί είσαι μικρό παιδί και δεν έχεις αμαρτίες» μου είπε. «Τι να του πω ;;» την ρώτησα με απορία. « Να μας τον φέρει πίσω γερό, όπως φεύγει, να κρατάει ήρεμες τις θάλασσες, να προστατεύει το καράβι από φουρτούνες, ατυχήματα και αρρώστιες. Κάντο ειδαλλιώς θα θυμώσει»

Κοίταξα τη μορφή του Αγίου στο εικόνισμα μου φάνηκε αυστηρή. Του τα είπα, του είπα και άλλα βέβαια λόγου χάριν να μπει στο μυαλό του πατέρα και να τον κάνει να μου φέρει σαν γυρίσει ένα τραινάκι από την Ιαπωνία.

Σούρουπο , είμαστε πίσω στο σπίτι.

Μουγκαμάρα .

Εκείνος έπινε τον καφέ στην κουζίνα, εκείνη με μένα παρέα του γεμίζαμε εκείνη την μπαουλοβαλίτσα. Αλλαξιές, φανέλες , πουκάμισα της μηχανής για ταλαιπωρία, ξυριστικά , πανταλόνια, ένα μπουκαλάκι αγίασμα από την Παναγιά την Μεγαλόχαρη, τρία κομμάτια απομεινάρια κεριού. Αυτά τα κεριά όπως μου εξήγησε η μάνα έκαιγαν στον επιτάφιο, από κει τάπαιρνε , σαν έπιανε φοβερή φουρτούνα και τα κύματα γινόντουσαν τόσο ψηλά ώστε να θέλουν να καταπιούν του καράβι του πατέρα τότε εκείνος τα έριχνε στη θάλασσα και αυτή ημέρωνε.

Τον νοιώσαμε να στέκεται πίσω μας.

‘Έριξε μια ματιά να δει αν τα είχε εντάξει όλα.

Φρικάρισε , οι φωνές του ακούσθηκαν έως το δρόμο . «Είσαι με τα καλά σου , ξέχασες να βάλεις τον προστάτη μου;;; Που είναι μωρέ η εικόνα του Αγίου. Θέλεις το κακό μου» Τρόμαξε εκείνη να τον μερώσει , μεγάλο της το σφάλμα . Ξέχασε να του βάλει στην βαλίτσα την εικόνα του Αη Νικόλα που πάντοτε έπαιρνε μαζί του, ασυγχώρητο το λάθος.

Ισοδυναμούσε με προδοσία, πιο καλά να τον κεράτωνε, αλλά αυτό. Την άρπαξε από τα χέρια της , την προσκύνησε ευλαβικά και την ακούμπησε στην βαλίτσα μόνος του.

Αυτός ήταν ο πατέρας μου πετραδάκι μα μην του πείραζες τον Άη Νικόλα. Στην πρωτοχρονιάτική πίτα πρόσταζε το πρώτο κομμάτι να είναι του Αη Νικόλα, ποιος το άκουγε σαν αλλιώς γινόντανε.

Την επομένη φεύγαμε για Πειραιά, μας έπαιρνε μαζί του δήθεν για να δώσει στην μάνα την «μπροστάντζα» που θα έπαιρνε από την ναυτιλιακή εταιρία , αλλά η αλήθεια ήταν πως ήθελε να μας «χορτάσει» πριν θα φύγει , έπαιρνε ισχυρές δόσεις των μορφών μας , για νάχει εικόνες να τον στυλώνουν .

Μπήκαμε στο πλοίο «Κανάρης» , εξαιρετικό ταχύπλοο εκείνης της εποχής, Σύρος – Πειραιάς σε δέκα ώρες!!!!

Έμπαινες ξυρισμένος και έβγαινες αξύριστος.

Άσε αυτή η μυρωδιά του , μια μίξη λαδομπογιάς , πετρελαίου και καμένου λαδιού , ακόμη την έχω στα ρουθούνια μου.

Στρώσαμε χάμου μια παλιοκουβέρτα για να καθίσουμε , σ΄αυτή την κουβέρτα η μάνα μούστρωσε σεντόνι να κοιμηθώ , και πεσέτα για να φάω τους κεφτέδες , το βραστά αυγά και τις ελιές με την ντομάτα σαν πείνασα.

Κάποια στιγμή εκείνος με πήρε πάνω στο κατάστρωμα για βόλτα και να μιλήσουμε σαν…. άντρες . «Άκου , είσαι μεγάλος πια , δεν είναι ανάγκη να σε μαλώνει η μάνα σου. Να την ακούς, μην την στεναχωρείς. Εσύ πρέπει τώρα να την προσέχεις»

. Δεν το πολυχώνεψα και στην ερώτηση μου, εμένα ποιος θα με προσέχει βιάστηκε να απαντήσει: « Ο Αη Νικόλας, άκουμε που σου λέω, αυτός είναι για όλες τις φουρτούνες και σαν θα μεγαλώσεις και άλλο θα μάθεις πως η ζωή είναι όλο φουρτούνες και όλοι μας τον χρειαζόμαστε.»

Πέρασαν κάμποσα χρόνια από τότε, ο Αη Νικόλας παρέμεινε ο προστάτης της οικογένειας μου , πιστεύω βαθιά πως είναι όχι μόνο ο δικός μου προστάτης και του νησιού που ζω αλλά και της Χώρας μου που συχνά πυκνά ταράζεται από φουρτούνες δυνατές.

Στέκομαι στο λιμάνι , κοιτάζω τη θάλασσα, έχω καιρό να το κάνω . Παραμονή της μεγάλης γιορτής του Άη Νικόλα νοιώθω για πρώτη φορά στη ζωή μου τόσο έντονα την ανάγκη εγώ ο ανάξιος να του ζητήσω να γαληνέψει τη φουρτούνα που δοκιμάζει την Χώρα μου, αυτή που περνάει τώρα και τις άλλες που έρχονται.

« Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητας …. Πατέρα , Ιεράρχα Νικόλαε μην μας λησμονάς»

Αντώνης Μοσχούτης

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ