Βάσω Καζαντζίδη: Η σχέση της με τον Στέλιο Καζαντζίδη

971

Η Βάσω Καζαντζίδη αποτελούσε τη γυναίκα της ζωής του, την καλύτερη του φίλη. Η σύζυγος του μεγαλύτερου Έλληνα λαϊκού τραγουδιστή δεν φαντάστηκε ποτέ πως θα υπήρχε χωρίς την παρουσία του δίπλα της. Σε μία εφ’ όλης συνέντευξή της στο πολιτιστικό ένθετο «ΦιλGood» της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» και στον Γιάννη Χατζηγεωργίου, η Βάσω Καζαντζίδη μιλάει για τη σχέση της με τον Στέλιο Καζαντζίδη.

 

Εσείς το καταλαβαίνατε πως συμβιώνατε με ένα μύθο;

Στην αρχή κάπως έτσι ξεκίνησε, αλλά μετά έγινε καθημερινότητα. Τον γνώρισα το ’78 στη Θεσσαλονίκη. Τον πρώτο καιρό υπήρχε ο ενθουσιασμός που τον γνώρισα γιατί, μην ξεχνάτε, όλη η Ελλάδα άκουγε τον Στέλιο, πόσο μάλλον εγώ που μεγάλωσα σε μια φτωχογειτονιά, από τις πιο λαϊκές. Τότε μόνο ένας είχε ραδιόφωνο στο σπίτι του, το έβαζε στο μπαλκόνι κι ακούγαμε Καζαντζίδη. Πώς τα φέρνει όμως η τύχη, να βρεθεί στο δρόμο μου αυτός ο άνθρωπος και να γίνουμε και ζευγάρι…

Πώς συνέβη;

Τότε βρισκόμουν στη Θεσσαλονίκη, μόλις είχα χωρίσει, κι ένας φίλος του Στέλιου ήταν κοινός μας γνωστός, φίλος με μία δική μου φίλη. Άκουγα συνέχεια να λένε: «Το βράδυ θα βγούμε, έρχεται ο Στέλιος». Δεν πήγαινε το μυαλό μου ότι ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης. «Αμάν πια, μ’ έχετε φάει», τους έλεγα, «ποιος είναι αυτός ο Στέλιος;». Τότε μόλις είχε έρθει από τη Γερμανία και θα περνούσε κι από τη Θεσσαλονίκη. Τον γνώρισα και δεν ξαναχωρίσαμε. Μου έκανε, βέβαια, επί τέσσερα χρόνια τεστ, δεν ήταν απλά τα πράγματα…

Τα κακά ποια ήταν, από το ’82 που παντρευτήκατε;

Ποτέ μέσα από την οικογένειά μας δεν υπήρχε πρόβλημα. Ήταν τα έξω, τα οποία δεν θέλω καν να τα αναφέρω. Ούτε να τα σκέφτομαι θέλω. Ο στόχος τώρα είναι να κάνουμε πράγματα για τον Στέλιο. Η επιθυμία του ίδιου ήταν να γίνει η ζωή του ταινία. Τώρα ξεκινήσαμε από ένα θεατρικό, το οποίο έχει πολύ μεγάλη επιτυχία – η Μίμη Ντενίση έχει κάνει εξαιρετική δουλειά. Ο Παναγιώτης ο Υφαντής και ο Νίκος ο Τζανιδάκης -το δεξί χέρι του Στέλιου- έκαναν επίσης υποδειγματική δουλειά, όπως και όλοι οι ηθοποιοί που παίζουν σ’ αυτή την παράσταση. Θέλω να τους ευχαριστήσω όλους τους συντελεστές από καρδιάς. Θέλω να κάνω όλα όσα είχε επιθυμία του κι ο Στέλιος.

Πώς ήταν ως άνθρωπος; Αισιόδοξος; Απαισιόδοξος; Κυκλοθυμικός;

Ήταν απαισιόδοξος. Όχι γιατί ήταν από τη φύση του απαισιόδοξος, αλλά γιατί έβλεπε πολλά χρόνια μπροστά. «Έρχονται χρόνια δύσκολα», τραγούδησε. Λέγαμε τότε: «Γιατί τόση απαισιοδοξία, βρε παιδί μου;». Και να που είχε δίκιο! Έβλεπε τι γινόταν… Μου έλεγε: «Μη χαιρόσαστε! Τα αυτοκίνητα που βλέπετε είναι από τράπεζες αγορασμένα, τα σπίτια που αγοράζει ο κόσμος είναι με δάνεια, κάποια στιγμή θα αναγκαστούν να τα δώσουν πίσω. Η Ελλάδα μας ζει με δανεικά χρήματα. Και η χαρά θα γίνει λύπη, και ο κόσμος θα δυστυχήσει και θα πεινάσει». Πηγαίνω στο μνήμα του, του βάζω τα λουλουδάκια
του και του λέω: «Συγχώρεσέ με, που σε αμφισβήτησα κι εγώ. Ό,τι μας έλεγες το ζούμε». «Θα ξαναζήσουμε τα κατοχικά τα χρόνια», μου είχε πει. Έβλεπε τα παιδιά που δεν πολυτρώγανε και μου έλεγε: «Μάθε στα παιδιά να τρώνε τα πάντα. Δεν ξέρουμε τι μας περιμένει». Γιατί αυτός μέχρι τσουκνίδες έφαγε στην κατοχή.

Πόσα παιδιά έχετε;

Έχω μία κόρη από τον προηγούμενό μου γάμο, η οποία μας έκανε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Αυτά τα παιδιά τα είχε από ημερών ο Στέλιος στα χέρια του. Ερχόταν η κόρη μου το καλοκαίρι, στον Άγιο Κωνσταντίνο, και της έλεγε: «Σοφία, πάρε τον άντρα σου και φύγε, είμαστε εμείς εδώ για τα παιδιά, πηγαίνετε να ξεκουραστείτε». Τα τάισε, τα έπαιξε, τα έκανε μπάνιο, τα έβαζε στη βάρκα… Ήταν δικά του εγγόνια! Και πάντα έλεγε στη Σοφία, την κόρη μου: «Σ’ ευχαριστώ, γιατί τη λέξη “παππού” δεν θα την άκουγα ποτέ και μού έδωσες αυτή τη χαρά και την ευτυχία!».

Τον στενοχωρούσε που, λόγω εκείνου του ατυχήματος που είχε στο στρατό, δεν μπορούσε να κάνει δικά του παιδιά;

Αυτό ήτανε μέσα του ένα κάρβουνο αναμμένο που δεν έσβησε ποτέ. Γιατί θα
γινότανε πολύ καλός γονιός!

Πώς σας αντιμετώπιζε ως γυναίκα; Ισότιμα;

Ο Στέλιος δεν μείωνε κανέναν. Πόσο μάλλον τη σύντροφό του. Δεν ήταν ποτέ «εγώ». Ήταν πάντοτε «εμείς».

Ποια ήταν τα ελαττώματά του;

Ανθρώπινα. Θύμωνε, ας πούμε, με το παραμικρό (χαμογελά). Αλλά την ίδια ώρα που νευρίαζε, την επόμενη το είχε κιόλας ξεχάσει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ