H ΑΓΝΩΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΜΙΑΟΥΛΗ

499

H ΑΓΝΩΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΜΙΑΟΥΛΗ. ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΟΙ ΒΟΛΤΕΣ ΗΤΑΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΣΤΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΑΞΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΤΙΣ ΝΟΗΤΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ. ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΑΚΟΜΑ ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΧΩΡΟΣ ΠΟΥ ΕΜΟΙΑΖΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΜΕ ΧΩΜΑΤΙΚΟ ΓΗΠΕΔΟ ΠΑΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΗ ΠΛΑΤΕΙΑ.
ΟΤΑΝ Η ΕΡΜΟΥΠΟΛΗ ΗΤΑΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ Η ΑΘΗΝΑ ΕΝΑ ΧΩΡΙΟ.
Μόλις άρχισαν να κτίζονται τα πρώτα σπίτια στην Ερμούπολη, σχηματίστηκαν και οι πρώτοι βαπτισμένοι δρόμοι που ακόμα έχουν το ίδιο όνομα, όπως του Απόλλωνα και Χαρίτων και άλλοι που τους έχουν αλλάξει λίγο ή πολλές φορές το όνομα, όπως είναι η «μεγάλη οδός» που κατέληγε στη μεγάλη πλατεία.

12239527_715976448536684_5485175644811267233_n

Με το σχέδιο πόλης που εγκρίθηκε με το βασιλικό διάταγμα, η «μεγάλη οδός» άλλαξε όνομα, γίνεται Ερμού και η μεγάλη πλατεία παίρνει το όνομα Όθωνος, για να γίνει αργότερα Λεωτσάκου και μετά από καιρό Μιαούλη.

12308489_715976735203322_6790873643900718471_n
Στις αρχές του 19ου αιώνα, η έκταση της πλατείας ήταν αμμώδης και το μοναδικό κτίσμα που υπήρχε, ήταν το περιβόλι της οικογένειας Σαλάχα στα βορειοδυτικά, που διέθετε δύο πηγάδια, από τα οποία διάφοροι έποικοι αγόραζαν νερό εκείνα τα χρόνια. Το περιβόλι αυτό αγοράστηκε από τον Δήμο Ερμουπόλεως το 1847 και αμέσως ανατέθηκε στον Βαυαρό αρχιτέκτονα Βίλχελμ φον Βάιλερ να δημιουργήσει σχέδιο για τη διαμόρφωση της πλατείας. Αποφασίστηκε να ονομαστεί «Πλατεία Όθωνος» προς τιμήν του πρώτου βασιλιά της χώρας.
Την εποχή εκείνη, η έκταση είχε καλυφθεί από κάθε είδους μικρά κτίρια (καπηλειά, αλογόμυλοι και παραπήγματα), ενώ τον ελεύθερο χώρο καταλάμβαναν κάθε τόσο αυτοσχέδια θεάματα, όπως του Ιταλού θαυματοποιού Γιαμπατίστα (1845) και το ξύλινο αμφιθέατρο του Γερμανού Λαμπεργέρ (1853). Μέσα στα επόμενα χρόνια, ωστόσο, άρχισαν να χτίζονται τα γύρω κτίρια στα πρότυπα των ευρωπαϊκών και κυρίως ιταλικών πόλεων, δίνοντας έτσι σχήμα στην πλατεία, ενώ οι διάφοροι πωλητές εγκαταστάθηκαν πλέον στο νεόκτιστο Παντοπωλείο (1855). Το 1860 αποπερατώθηκε μια πρώτη ισοπέδωση του εδάφους.
Πρώτα η πλατεία Όθωνος ή Λεωτσάκου ή Μιαούλη, ήταν ένας χώρος ταξικού διαχωρισμού των κατοίκων της Ερμούπολης, Απάνω Σύρας και των περιχώρων. Η πλατεία χωρίζονταν νοητά σε τρεις (3) λουρίδες που αρχίνιζαν από τα δυτικά της και τελείωναν ανατολικά εκεί που είναι σήμερα κτισμένο το μέγαρο του Ο.Τ.Ε. Η μία λουρίδα ήτανε προς το μέρος του Δημαρχείου. Μετά ήταν η άλλη και η τρίτη ήταν νοτιότερα προς τη μεριά της μαρμάρινης εξέδρας. Προς την πλευρά της πρώτης, κάτω από το Δημαρχείο έως και κάτω από το σημερινό μέγαρο του Ο.Τ.Ε. μέχρι και στην πλευρά της τρίτης λουρίδας, δηλαδή, από το ανατολικό μέρος (Ο.Τ.Ε.) έως το άγαλμα του Μιαούλη, βρίσκονταν τα καφενεία και οι μπυραρίες της αριστοκρατίας. Στο υπόλοιπο της τρίτης λουρίδας στο νότιο και στο δυτικό τμήμα της πλατείας ήταν όλα σχεδόν τα κέντρα κατωτέρων κοινωνικών τάξεων.
12247141_715976491870013_2914404268659763468_n
Στο χώρο της πλατείας κάθε καλοκαιρινό και ηλιόλουστο χειμερινό απόγευμα και βράδυ, βολτάριζαν μια επάνω, μια κάτω, όλες οι κοινωνικές τάξεις των κατοίκων του νησιού, όχι όπως τύχαινε, μα με κανόνες που δεν παραβιάζονταν από κανέναν.

Στην πρώτη λουρίδα βολτάριζαν οι αριστοκράτες, οι βιομήχανοι, οι μεγάλοι ασφαλιστές και οι τραπεζίτες. Η μεσαία λουρίδα ήταν για δημοσίους υπαλλήλους και μικροεπιχειρηματίες. Στην τρίτη προς την εξέδρα την νοτιότερη, ήταν τα δουλικά, οι υπηρέτριες όπως έλεγαν τότε… Αργότερα τις έλεγαν οικιακές βοηθούς όπως και σήμερα. Επίσης βολτάριζαν εκεί και οι εργάτες.

Ταξικός διαχωρισμός γίνονταν και στα κέντρα ψυχαγωγίας. Αλλού η Α’ Τάξη, αλλού η Β’ Τάξη και αλλού η Γ’ Τάξη.

Η πλατεία δεν ήτανε μόνο χώρος διαχωρισμού των κοινωνικών τάξεων. Ήτανε και ένας απέραντος χρηματιστηριακός χώρος. Στην πλατεία, εκεί που έκαναν τις βόλτες τους, έκλειναν οι επιχειρηματίες συμφωνίες εμπορικές, συμφωνίες για δάνεια, αγοροπωλησίες. Εκεί αποφάσιζαν το άνοιγμα ή το κλείσιμο κάποιου εργοστασίου, ή εμπορικής επιχείρησης.

Μετά από το κλείσιμο κάποιας οικονομικής δουλειάς, ακολουθούσε και μια θυσία στο ΒΑΚΧΟ που είχε το στέκι του εκεί στα γύρω μαγαζιά για επισφράγιση της συμφωνίας, η οποία θα έπαιρνε την οριστική μορφή την άλλη μέρα σε κάποιο εμπορικό γραφείο, ή σε συμβολαιογράφο, ή σε δικηγόρο, όπου γίνονταν και η ανταλλαγή υπογραφών.
12301555_715976388536690_8490569883590743044_n
Όσοι δεν βολτάριζαν κάθονταν γύρω στα τραπεζάκια που έστρωναν όσοι είχανε καταστήματα – κέντρα – κοντά και τα τραπέζια έπιαναν χώρο στην πλατεία σε σχήμα «Π». Τα καταστήματα με το προσωπικό έτοιμο να πάρουνε παραγγελίες, να φωνάζουν πριν μπούνε στο μαγαζί τα γκαρσόνια και να παίρνουν τους δίσκους γεμάτους από προηγούμενες παραγγελίες και έτσι σερβίριζαν όσους κάθονταν στις καρέκλες που προτιμούσαν, γιατί στην πλάτη της καρέκλας έγραφε και τον τίτλο του μαγαζιού. Όπως ΠΑΝΘΕΟΝ, ΜΑΥΡΟΣ, ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΟΥΤΣΗΣ κ.λ.π.

Σε αυτούς τους χώρους λειτουργούσαν τα κέντρα πληροφόρησης. Εκεί μάθαιναν οι συμπολίτες μας ποιοι απέκτησαν κέρατα και τι μήκος είχανε οι κερατοθήκες. Ποια συνοικέσια γίνηκαν ή χάλασαν. Ποιοι έμποροι πάνε για φαλιμέντο. Σε ποια λεύτερη ή παντρεμένη γίνεται το βράδυ καντάδα και από ποιους κάτω από τα παράθυρά τους… Βέβαια και άλλες πληροφορίες που προκαλούσαν το ενδιαφέρον του κοινού.12301694_715976585203337_5650996625593173115_n

Άλλο κοινωνικό στοιχείο της πλατείας ήταν τα λεγόμενα ζευγαρώματα. Ήταν με δύο λόγια και νυφοπάζαρο. Όσοι καθόντουσαν απολάμβαναν το καφεδάκι τους, το ούζο, ή την μπύρα τους, οι καθώς πρέπει κύριοι και τους εδίδετο και η ευκαιρία και έκλειναν και συνοικέσια για τα παιδιά τους, όχι σπάνια έκρυβαν και οικονομικά κίνητρα.

Στην πλατεία φλερτάριζαν οι νεαροί τις νεαρές, εκεί γίνονταν και τα παράνομα ζευγαρώματα, από λεύτερες και παντρεμένες κι ας συνοδεύονταν πολλές φορές από τον αδελφό ή κάποια ηλικιωμένη που καμιά φορά δεν δίσταζε να παίξει και το ρόλο του μεσάζοντα.

Ένα χαμόγελο, λίγο κοίταγμα, ένα κλείσιμο ματιού, έφταναν για να αρχίσει το γράψιμο κάποιας ιστορίας αγάπης και να συνεγείρει οικογενειακές διαμάχες με καλό ή κακό τέλος…

Την εποχή εκείνη δεν μπορούσε να παντρευτεί ο αδελφός όταν είχε αδελφή ή αδελφές λεύτερες… Έπρεπε να περιμένει να αποκατασταθούν πρώτα η αδελφή ή οι αδελφές και μετά αυτός. Πολλές φορές έμεναν στο ράφι και οι γυναίκες και ο άνδρας. Η προίκα τότε ήταν πόσες χρυσές λίρες θα μετρηθούν στο συμβολαιογράφο.

Η πλατεία είχε και πολλές πρωτιές.

12295261_715976635203332_8453217619742601032_n

Εδώ γίνηκε η πρώτη φωτοχυσία με λαδοφάναρα και εδώ πραγματοποιήθηκε η πρώτη φωτοχυσία με βολταϊκά τόξα. Εδώ ακούστηκε η πρώτη μουσική μπάντα, εδώ έκανε την πρώτη προβολή ο κινηματογράφος της Σύρας. Εδώ «έδωκαν» τα πρώτα βραβεία στον Καρνάβαλο, εδώ ακούστηκε το πρώτο μεγάφωνο και το πρώτο πικ-απ της Σύρας. Εδώ κάπνισε δημόσια η πρώτη Συριανή γυναίκα. Εδώ σερβιρίστηκε το πρώτο παγωμένο νερό. Όλα εδώ…

Το εικοσιτετράωρο για την πλατεία Μιαούλη δεν είχε ούτε αρχή, ούτε τέλος. Πριν ξημερώσει καλά καλά κατέληγαν εδώ οι γλεντζέδες της νύχτας για να πιουν τα τελευταία ποτηράκια τους. Τους ακολουθούσαν μια μικρή μουσική μπάντα και έπαιζε γι’ αυτούς τα σουξέ της εποχής. Σε λίγο έφταναν οι φουρνάρηδες να πιουν τον πρωινό καφέ, πριν αρχίσουν το φούρνισμα. Να κι η βαρέλα του νερουλά λίγο αργότερα που κουβαλούσε νερό πόσιμο που έπαιρναν τα μαγαζιά για καθημερινή χρήση. Ακολουθούν οι εργάτες που πηγαίνουν στις διάφορες δουλειές. Σε λίγο εμφανίζεται ο ήλιος ρίχνοντας τις ακτίνες του σ’ όλη την πόλη. Στους γύρω δρόμους άρχιζε η κίνηση της καθημερινής ζωής. Περνούν μανάβηδες με τα γαϊδουράκια τους, τα κάρα φορτωμένα πραμάτειες, οι γυρολόγοι που ακατάπαυστα διαλαλούσαν τα εμπορεύματά τους. Στα καφενεία παίζουν τάβλι, ξερή, ή πρέφα οι συνταξιούχοι και οι ξένοι που ήρθαν για να ψωνίσουν ή για κάποια δίκη.

Τώρα έκλεισε ο κύκλος ζωής για ένα 24ωρο της πλατείας μας. Αυτά όλα για το καλοκαίρι, μα ο χειμώνας δεν διαφέρει πολύ παρά μόνο ότι δεν υπάρχουν τραπεζάκια και καρέκλες στην πλατεία. Τα τραπεζάκια τα έστρωναν μόνο στις ηλιόλουστες χειμωνιάτικες μέρες. Κάθε Κυριακή απόγευμα το καλοκαίρι και πρωί για τον χειμώνα είχαμε συναυλίες των φιλαρμονικών. Κάθε Πέμπτη μόνο το καλοκαίρι είχαμε τις νυχτερινές από 10 μ.μ. έως τα μεσάνυχτα.

Η πλατεία ήτανε γεμάτη ζωή που όλος ο κοινωνικός παλμός εκινείτο σ’ αυτό το χώρο, όλο το εικοσιτετράωρο. Το ΠΑΝΘΕΟΝ το στέκι όλων των Συριανών και των ξένων. Έκλειναν ραντεβού από την Αμερική και μπαινόβγαινε ο κόσμος σαν μελίσσι…

12289761_715984828535846_3093917170905900872_n
Η πλατεία η χιλιοτραγουδισμένη και χιλιοπατημένη κατάντησε η σκιά της παλιάς. Είναι μια πλατεία τυλιγμένη στο μισοσκόταδο, με τα γύρω μαγαζιά άδεια από πελάτες. Ελάχιστοι περιπατητές σχεδόν αθόρυβοι. Αυτός ο ομφαλός του νησιού, το κύτταρο ζωής είναι η σκιά της παλιάς. Όπως λένε οι πάντα θυμόσοφοι Συριανοί κάθε βράδυ βγαίνει το φάντασμα, γι’ αυτό δεν μένουν πια το βράδυ στην πλατεία.

Αυτό το κόσμημα της πόλης, μπροστά στα πόδια του «ΤΣΙΛΕΡ», οι άσχετοι, την πλατεία Μιαούλη την έκαναν κουζίνα. Δεν ακούγονται έβηχοι ήχοι από μπάντες -γιατί δεν υπάρχουν- δεν ακούγονται φωνές τραγουδιστών, δεν μπαινοβγαίνουν στα μαγαζιά άνθρωποι για να τους δεις να τους μιλήσεις να τους χαιρετήσεις, γιατί;

12274424_715984815202514_1970107222706847767_n

Με πόνο και λύπη που σκεπάζει και την ψυχή σου και την σκέψη σου πριν τα δάκρυα βρέξουν τα μάγουλά σου στέκεσαι για λίγο στην πλατεία και βλέπεις την λειτουργία του χθες. Εκεί στο μεσημέρι άρχιζαν τα γκαρσόνια κάτω απ’ τις καμάρες και κουβαλούσαν τα ούζα. Μεσημεριανή διακοπή δεν υπήρχε, όταν ο ήλιος μπάτερνε προς τη Δύση, άρχιζαν το κατάβρεγμα στο γύρω της κεντρικής πλατείας χώρων … Οι ταμπήδες καβουρντίζουν τον καφέ σε φουφούδες που έχουν έξω στα μαγαζιά τους. Τα γκαρσόνια κουβαλούν και αραδιάζουν επάνω σε μεγάλα ξύλινα τραπέζια αναρίθμητα πήλινα κουμάρια γεμάτα νερό για να κρυώσουν και βιαστικά τελειώνουν το στρώσιμο των τραπεζιών. Ξεσκονίζουν με μεγάλα φτερά τις καρέκλες ενώ αρχίζουν να φθάνουν οι πρώτοι πελάτες.

12239475_715976405203355_2769327928970565823_n (1)

Ολόκληρες οικογένειες συγκεντρώνονται μέχρι τις 9 το βράδυ, όπου οι καμπάνες των εκκλησιών έδιναν το σύνθημα της αποχωρήσεως για το βραδινό φαγητό. Αυτή η αποχώρηση δεν κρατούσε πολύ, γιατί άφηναν τα μικρά παιδιά στο σπίτι ενώ οι μεγάλοι επέστρεφαν στην πλατεία.

12301722_715984908535838_2907754382554606075_n
Τα μεσάνυχτα άρχιζαν να κυκλοφορούν τα κουλούρια που τα διαλαλούσαν σαν γιουβρέκια. Να όμως και μπουγάτσα ζεστή, κατημέρια και σπανακόπιτες που έβγαζε ο Γούτης. Κατά τη μία το πρωί έφευγαν πια οι οικογενειάρχες με τις συμβίες τους. Έμεναν οι ξενύχτηδες που δεν ήταν λίγοι. Έμεναν επίσης και εκείνοι κλεισμένοι στα ιδιαίτερα που έπαιζαν τον τζόγο τους …

Στις 2 τη νύχτα πιάνουν τα δρομολόγια οι φουρνάρηδες των φούρνων της περιοχής και αμέσως πήγαιναν στα γύρω καφενεία για τον πρώτο καφέ, ενώ ένα τσούρμο βαρκάρηδες και εργάτες του λιμανιού περνούν βιαστικοί να προλάβουν το βαπόρι που ερχότανε από τον Πειραιά.

Τώρα έχουν σειρά να εμφανιστούν οι γλεντόκοποι της νύχτας και οι επιβάτες που βγήκαν από το βαπόρι. Αφήνω τελευταίους τους παραδοσιακούς Λουκουματζήδες που πρατιγάρανε (πρατιγάρω: ελευθεροκοινωνώ) τα καράβια, διαλαλώντας τα Συριανά λουκούμια ή χαλβαδόπιτες μια παράδοση που διατηρείται μέχρι τις μέρες μας με τα λευκά καλάθια ντυμένα και βαμμένα με ύφασμα κατάλευκο. Και οι ίδιοι ντυμένοι στα λευκά.

12107739_715976458536683_4019694336842521977_n

Τον Οκτώβριο του 1862, οι κάτοικοι του νησιού πληροφορήθηκαν στην πλατεία την έξωση του Όθωνα και λίγες ημέρες αργότερα (15 Οκτωβρίου), η πλατεία μετονομάστηκε σε «Πλατεία Λεωτσάκου» προς τιμήν του Νικόλαου Λεωτσάκου, διοικητή μικρού σχετικά στρατιωτικού τμήματος της Σύρου, ο οποίος στις 28 Φεβρουαρίου 1862 τέθηκε επικεφαλής της στρατιωτικής φρουράς της Ερμούπολης που επιχείρησε να απελευθερώσει τους πολιτικούς κρατούμενους στην Κύθνο. Στην αποτυχημένη εκείνη εκστρατεία (γνωστή και ως Κυθνιακά), ο Λεωτσάκος σκοτώθηκε μαζί με τον αξιωματικό Μωραϊτίνη και τον φοιτητή Σκαρβέλη.

12295295_715984768535852_4668591199293270618_n
Ακολούθησε το χτίσιμο της Λέσχης το 1863. Το 1868, το μεσαίο τμήμα της πλατείας απέκτησε λιθόστρωτο δάπεδο από μάρμαρα Τήνου, ενώ το 1870 συμπληρώθηκε η πλακόστρωση και των υπόλοιπων τμημάτων. Το 1876, θεμελιώθηκε το δημαρχείο και η πλατεία άρχισε να παίρνει τη σημερινή της μορφή. Το 1889, έγιναν τα αποκαλυπτήρια του αδριάντα του Ανδρέα Μιαούλη και η πλατεία μετονομάστηκε σε «Πλατεία Μιαούλη».
Γρήγορα η πλατεία έγινε ο τόπος συγκέντρωσης των κατοίκων της πόλης. Το 1912, πλήθος κόσμου υποδέχτηκε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ενώ το 1917 αποδοκιμάστηκε έντονα ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ιταλικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Σύρο τον Μάιο του 1941, γεγονός που συνετέλεσε στην παρακμή της Ερμούπολης εκείνη την εποχή. Πάντως, Έλληνες και Ιταλοί γιόρτασαν μαζί την αναγγελία για την υπογραφή ανακωχής μεταξύ Ιταλίας και Συμμάχων από το μεγάφωνο της πλατείας. Λίγο αργότερα όμως, το νησί πέρασε στη δικαιοδοσία των Γερμανών, οι οποίοι βομβάρδισαν την ανατολική πλευρά της πλατείας τον Σεπτέμβριο του 1944 προκαλώντας σοβαρές ζημιές.

 

12289743_715976545203341_4145560375560677465_n12239967_715984975202498_2542963050240746086_n
ΠΗΓΕΣ: Δημήτρης Χάλαρης. Wikipedia. elia. syros today Προσωπικές έρευνες και αναζητήσεις σε Συριανούς πολίτες και δικτυακές σελίδες.

Γράφει:O δημοσιογράφος και Ιστορικός Παναγιώτης Κουλουμπής

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.