Η απίστευτη ιστορία ενός πρώην άστεγου

1545

“Θέλεις να σου πω πώς πέρασα από τη σκοτεινή, στη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού;”. Η ερώτηση ήταν αναπάντεχη. Την υπέβαλε ένας ευγενικός μεσήλικος. “Βεβαίως”, αποκρίθηκα με απορία και ενδιαφέρον. “Είμαι πρώην άστεγος”, είπε…
Είναι περασμένες 2 το πρωί της Κυριακής. Στο “Νυχτερινό Καταφύγιο Αλληλεγγύης” κάνει κρύο. Τα μέλη της Γέφυρας είναι εκεί για να συνδράμουν κάθε άνθρωπο, σε κατάσταση δρόμου, που θα ζητήσει τη βοήθειά τους.
Πλάι μου κάθεται ο Σπύρος. Εξηντάρης, συντηρητικά ντυμένος σε σχέση με τα άλλα νεαρά μέλη, τίποτα δεν σε προδιαθέτει ότι πίσω από αυτή την παρουσία κρύβεται μία τόσο συγκλονιστική ιστορία.

Ομολογώ ότι αιφνιδιάστηκα. Δεν έβγαλα καν το δημοσιογραφικό μαγνητόφωνο. Ο Σπύρος γνώριζε ότι είμαι δημοσιογράφος, είχα συστηθεί. Ήθελε να πει την ιστορία του. Και με βρήκε μπροστά του.
Μία ιστορία που ξεκινά από την κόλαση και καταλήγει στην επιστροφή στην κανονική ζωή. Με μία ψυχή εξαγνισμένη. Και έναν άνθρωπο αποφασισμένο να δώσει και την τελευταία ικμάδα του βοηθώντας όλους όσοι βρίσκονται στην κατάσταση που μία ζοφερή στιγμή εξωπέταξε και εκείνον.
Η φωνή του κατά την αφήγηση είναι χαμηλή. Κατά διαστήματα κάνει παύσεις και σκύβει το κεφάλι. Υπάρχουν στιγμές που βουρκώνει. Δεν κάνω πολλές ερωτήσεις. Τον αφήνω να διηγηθεί.

Στη χώρα της κρίσης
“Ήμουν επιχειρηματίας, στην εταιρεία μου εργάζονταν 300 άνθρωποι. Η κρίση μας χτύπησε, τα οικονομικά δεν πήγαιναν καλά. Κάποιοι μου πρότειναν να πάρω την επιχείρηση στη Βουλγαρία. Αρνήθηκα, σκεφτόμουν ότι δεν μπορούσα να αφήσω τους εργαζόμενους στη μοίρα τους”.
Έως ότου ήρθε το τέλος, λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2014. Ο Σπύρος δικάστηκε για χρέη και καταδικάστηκε σε 14 μήνες φυλάκιση. “Εκείνη τη στιγμή είχα δύο επιλογές: Ή να αυτοκτονήσω ή να επιστρέψω”.

Επέλεξε το πρώτο. Έφτασε μία ανάσα πριν ο ίδιος κόψει το νήμα της ζωής του. “Λίγο πριν το κάνω, πετάχτηκα και είπα όχι. Μπορεί να φοβήθηκα, μπορεί να ήταν το ένστικτο της επιβίωσης. Αποφάσισα να πάω στη φυλακή, να ανασυγκροτηθώ, να ηρεμήσω, να σκεφτώ”.
Δεν είχε πλέον τίποτα. Η φυλακή εκείνη τη στιγμή έμοιαζε ως η μόνη λύση. Εκεί διάβαζε και συζητούσε με έναν άλλο επιχειρηματία. Μετά από 35 μέρες, ωστόσο, τον ενημέρωσαν ότι αποφυλακίζεται. Τον κυρίευσε αγωνία. Δεν είχε που να πάει, τι να κάνει. Δεν είχε ούτε ένα ευρώ. Ο άλλος επιχειρηματίας του δίνει μία τηλεκάρτα και έναν αριθμό τηλεφώνου.

Σε κατάσταση δρόμου
Φτάνοντας στην Αθήνα, τηλεφωνεί σε μία άγνωστη γυναίκα. Έρχεται και τον παραλαμβάνει με το αυτοκίνητό της, μεταφέροντάς τον στο Κέντρο Υποδοχής και Αλληλεγγύης του Δήμου Αθηναίων (Κ.Υ.Α.Δ.Α.). Εκεί θα βρει ένα κρεβάτι. Θα είναι τυχερός μέσα στην ατυχία του. Δεν θα αναγκαστεί να κοιμηθεί στο δρόμο.
Η πρώτη του ενέργεια είναι να κατέβει στον Πειραιά και να ζητήσει -την οποιαδήποτε- δουλειά από παλιούς “φίλους” του. “Χρειαζόμουν δουλειά χθες”, λέει. Δέχεται μία, δύο, τρεις αρνήσεις. Δεν συνεχίζει. Είναι μία ανθρώπινη σκιά που περιφέρεται βαρύθυμη στους δρόμους.

Χάνει τις αισθήσεις του. Χωρίς να γνωρίζει πόση ώρα έχει περάσει, νιώθει από πάνω του μία γυναίκα να του μιλάει. Είναι μία κυρία, που όπως αντιλαμβάνεται, είναι σε κατάσταση δρόμου. Κι όμως. Τον σηκώνει και τον καλεί να τον κεράσει έναν καφέ.
“Είχα ανάγκη έναν καφέ και ένα τσιγάρο. Σε αυτούς που είχα πάει, όχι μόνο δεν μου πρόσφεραν δουλειά, ούτε καν έναν καφέ. Αυτή η κυρία το έκανε. Κατάλαβα ότι ήταν άστεγη. Αρνήθηκα. Επέμενε. Και όταν της ζήτησα τσιγάρο, έφυγε και μου έφερε ένα πακέτο. Λαθραία. Από τότε έμαθα να καπνίζω από τα λαθραία…”.

Βρισκόταν σε απόγνωση αλλά έπρεπε να επιβιώσει. Έπρεπε να φάει. Και πήγε στο συσσίτιο της οδού Σοφοκλέους. Η κατάσταση που συνάντησε τον έκανε να νιώσει ντροπή ως άνθρωπος. Επικρατούσε χάβρα, οι εκατοντάδες που ζητούσαν ένα πιάτο φαΐ εξυπηρετούνταν από ένα παραθυράκι.
Δεν ξαναπήγε. “Βρήκα ένα κεσεδάκι από γιαούρτι. Πήγαινα σε μία εκκλησία στο Μεταξουργείο και έπαιρνα σούπα. Γύριζα στο χώρο όπου κοιμόμουν και την έτρωγα για να μην με βλέπει κανένας”.
Είχε ενσταλάξει μέσα του οδυνηρός φόβος. Για τον άνθρωπο. Κι όμως, πήγαινε στο Μοναστηράκι και στο Θησείο και καθόταν στον ήλιο για να ζεσταίνεται, για να είναι κοντά σε ανθρώπους. “Φοβόμουν, σαν να ήταν αποτυπωμένη στο κούτελο η κατάστασή μου”.

Παρά τα θραύσματα που μάτωναν τη ζωή του, παρά τη σκοτεινή απουσία κάθε ελπίδας, επέμενε. Σιγά σιγά ένιωσε την ανάγκη να μιλήσει σε κόσμο. “Αρχικά μία καλημέρα, στη συνέχεια δύο κουβέντες”. Του έκανε καλό. Αυτό χρειαζόταν. Την επαφή, να πιστέψει πάλι στον άνθρωπο και στον ίδιο του τον εαυτό.

Ένα τσάι, μία αλλαγή ζωής
Του πρόσφεραν ένα τσάι και το νοιάξιμό τους. Τους είπε την ιστορία του και εκείνοι του παρείχαν το εφαλτήριο για να επιστρέψει στην κανονική ζωή: Τη δυνατότητα να πιστέψει στον εαυτό του.
Ξεκίνησε να βλέπει τη σύμβουλο εργασίας, Δήμητρα Βαργιακάκη, η οποία τον βοηθά να επανακαθορίσει τους στόχους του, να αναζητήσει δουλειά σε τομείς που προτού βρεθεί σε αυτή την κατάσταση και ο ίδιος δεν πίστευε ότι μπορεί να κάνει. Στο παρελθόν είχε εργαστεί ως μάγειρας στις ΗΠΑ, αλλά “στην ηλικία μου ποιος θα με έπαιρνε”. Γνώριζε και από επιχειρήσεις.
Χρειαζόταν ένα laptop, αλλά δεν είχε λεφτά. Ένας συνταξιούχος ψυχίατρος, εθελοντής σε κοινωνικές οργανώσεις, του δίνει 160 ευρώ και αμέσως αγοράζει. Και πιάνει δουλειά στο διαδικτυακό μάρκετινγκ μίας εταιρείας που εμπορεύεται το μανιτάρι ganoderma lucidum. Έχει επιστρέψει…

Το νοιάξιμο
Μετά από ένα μικρό χρονικό διάστημα φεύγει από το Κ.Υ.Α.Δ.Α. και νοικιάζει δικό του διαμέρισμα. Εργάζεται συνεχώς, αλλά περισσότερο νιώθει την ανάγκη να επιστρέψει σε ανθρώπους σε κατάσταση δρόμου το νοιάξιμο που δέχθηκε ο ίδιος.
Εντάσσεται στη Γέφυρα, γνωρίζει νέους ανθρώπους, διευρύνει το περιβάλλον του. Και βοηθάει γνωρίζοντας τις ανάγκες των αστέγων, αξιοποιεί την εμπειρία του.
Στη διάρκεια της αφήγησης αναφέρει συνεχώς την ανάγκη των αστέγων για ανθρώπινη επικοινωνία και ενδιαφέρον. Να μην νιώθουν αόρατοι, φάσματα χαμένα μέσα στον ιστό μίας σκληρής πόλης.

Το βράδυ του Σαββάτου, κατά την εκδήλωση στο Συν Αθηνά, συμμετείχε ως επικεφαλής ομάδας που βγήκε στους δρόμους προκειμένου να παραδώσει ρούχα και τρόφιμα σε ανθρώπους που τα είχαν ανάγκη.
“Όταν τα έδινα, έστρεφα το κορμί μου για να μη δουν τα παιδιά που ήταν μαζί μου ότι δάκρυζα”. Για τον Σπύρο, έναν άνθρωπο που βρέθηκε στην κόλαση και βγήκε με όπλο την αξιοπρέπεια και την πίστη του στη ζωή, αυτά τα δάκρυα ήταν το μεγαλύτερο τρόπαιο.

Μέσα σε μόλις δέκα μήνες είχε καταφέρει να διανύσει μία διαδρομή που άλλοι δεν μπορούν μετά από πολλά χρόνια. Μαχητικός, με ευγένεια στην ψυχή του, διέπλευσε συμπληγάδες και τώρα είναι αποφασισμένος να δώσει με τη σειρά του το νοιάξιμο.
Κάπως έτσι μπορεί να επουλώσει τις βαθιές πληγές του. Με αγάπη, αλληλεγγύη, προσφέροντας μία γέφυρα και στους άλλους για να επιστρέψουν και να μην έχουν την ανάγκη από κανέναν.

Γράφει ο Λουκάς Βελιδάκης, στο nooz.gr

Πηγή : Η απίστευτη ιστορία ενός πρώην άστεγου | Η ΡΟΔΙΑΚΗ http://www.rodiaki.gr/article/328153/h-apisteyth-istoria-enos-prwhn-astegoy#ixzz3vYQSIqNE
Follow us: @irodiaki on Twitter | efimeridarodiaki on Facebook

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.