Η Άγνωστη Ιστορία Των Συριανών Ηρώων Και Εθνομαρτύρων.

2240
«Τα Οχυρά Δεν Παραδίδονται, Καταλαμβάνονται»
Διαχρονικοι Ηρωικοι Συριανοι και Η Ιστορία τους.

ΕΠΕΣΑΝ ΥΠΕΡ ΒΩΜΩΝ ΚΑΙ ΕΣΤΙΩΝ.
ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΙ ΕΝΔΟΞΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ ΠΟΥ ΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΣΧΕΔΟΝ ΆΓΝΩΣΤΗ Η ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΜΕΡΙΚΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΙΚΑ ΓΙΑ ΑΥΤΗΝ

Όταν οι Συριανοί Αποφασίσουν να αντισταθούν στους κατακτητές δεν αστειεύονται.
Επίσκοπος Σύρου Ιωάννης-Ανδρέας Κάργας (1560 – 1617 ) – Δον Ιωάννης Δαλέζιος (1856-1898) – Επίσκοπος Σύρου Αντώνιος-Γρηγόριος Λ. Βουτσίνος (1891 – 1968) – Ταγματάρχης (ΠΖ) Γεώργιος Δουράτσος (1894 – 1981) και άλλοι λιγότερο γνωστοί αλλά εξ ισου Μεγάλοι και σημαντικοί στην φιλοπατρία και στην προσωπική θυσία για την Ελλάδα μας.

Διαβάστε την Ιστορία των Αγώνων μερικών Μεγάλων Συριανών Ανδρών μερικών εκ των σπουδαιότερων Εθνομαρτύρων Της Ελλάδας, που τα έβαλαν με τους κατακτητές της χώρας και του Έθνους μας με αυταπάρνηση χωρίς φόβο με ηρωισμό και ανιδιοτέλεια για να μαρτυρήσουν στο τέλος ΗΡΩΙΚΑ. Μια Ιστορία γραμμένη με αίμα και με χρυσά γράμματα.

Επίσκοπος Σύρου Ιωάννης-Ανδρέας Κάργας

10334418_753111658156496_4456808717163854684_n

“¨Όχι, πέστε του να με κάμει ότι θέλει”. Ήταν η Ηρωική απάντηση του στον Καπουδαν πασά όταν ζήτησε να μαζευτούν λύτρα για να μην τον σκοτώσει ως αντίποινα.
Κρεμάστηκε στο κατάρτι της επάνω στη ναυαρχίδα του Αλή Τσελεπή μέσα στο λιμάνι της Σύρου και έμεινε εκεί μερικές ήμερες πριν τον κατεβάσουν.

Ο Μαρτίνος Κάργας (το κοσμικό του όνομα) γεννήθηκε στην πόλη της Βενετίας στις 11/11/1560. Ο πατέρας του Φραγκίσκος καταγόταν από την όμορη κωμόπολη Σαν Ντανιέλε και η μητέρα του προερχόταν από οικογένεια ευγενών της Βενετίας. Ο μικρός Μαρτίνος ολοκλήρωσε τη στοιχειώδη και μέση εκπαίδευση και 18 ετών εισήλθε στο Δοκίμιο των Δομηνικανών μοναχών. Τότε εξέλαβε το όνομα Ιωάννης-Ανδρέας.

Το 1584 χειροτονήθηκε ιερέας στον Άγιο Πέτρο της Βενετίας όπου και διορίσθηκε ιεροκήρυκας. Πολύ σύντομα ο πάπας Κλήμης Η΄ τον διόρισε “Γενικό Αποστολικό Ιεροκήρυκα”. Κατά τις αρχές του 1601, η Ιερά Σύνοδος για τη διάδοση της Πίστεως, εκτιμώντας το ζήλο και την θεολογική του κατάρτιση τον μετέθεσε στον Γαλατά της Κωνσταντινουπόλεως στη μονή των Δομηνικανών. Εκεί ο ολιγαρκής, φιλομαθής και επίμονος ιερέας επέδειξε ασυνήθιστη και αξιοθαύμαστη δραστηριότητα.

Λόγω των ικανοτήτων του αλλά και κατόπιν πιέσεων των Ενετικών Αρχών, οι οποίες επεδίωκαν τον διορισμό υπηκόων τους στις λατινικές επισκοπές του Αιγαίου, εξελέγη επίσκοπος Σύρου. Λόγω των σχετικά καλών διπλωματικών σχέσεων μεταξύ της Υψηλής Πύλης και της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας εξασφάλισε σουλτανικό φιρμάνι με το οποίο του παρεχωρείτο διοικητική και δικαστική εξουσία πάνω σε όλους τους Συριανούς τόσο του λατινικού όσο και του ελληνοβυζαντινού τυπικού.

Ο αποστολικός του ζήλος σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το 1610 αναγνωρίστηκαν στους Καθολικούς των Κυκλάδων δικαιώματα Μιλιέτ (Έθνους) συντέλεσε καθοριστικά στην επιλογή του λατινικού τυπικού από τους κατοίκους της Σύρου. Παράλληλα με τη βοήθεια και την στήριξη των Ενετών και Γάλλων διπλωματών της Κωνσταντινουπόλεως απέτρεψε την εγκατάσταση στο νησί του ορθοδόξων εποίκων επέβαλε δε την βάπτιση στην Καθολική Εκκλησία όσων παιδιών προέρχονταν από μικτούς γάμους. Φρόντισε επίσης να διδαχθούν οι ιερείς του την λατινική με αποτέλεσμα μετά από είκοσι έτη να αρχίσουν οι πρώτοι συριανοί ιεροσπουδαστές να σπουδάζουν στη Ρώμη. Τέλος μερίμνησε για την επιστροφή εκκλησιαστικών κτημάτων που είχαν καταπατηθεί από ιδιώτες του βυζαντινού κυρίως τυπικού εδραιώνοντας ακόμη περισσότερο τον Ρωμαιοκαθολικισμό στη Σύρο, προκαλώντας τη μήνιν των ανθρώπων αυτών.

Εν τω μεταξύ από το 1570, κατά τη διάρκεια του οποίου το Δουκάτο της Νάξου υπήχθη στην οθωμανική διοίκηση, οι Τούρκοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι τους καθολικούς υπηκόους τους, ειδικά των νησιών, τους οποίους θεωρούσαν εν δυνάμει συνεργούς των δυτικών στόλων και ακόμη περισσότερο των Ενετών, κυρίως κατά τη διάρκεια των συχνών βενετοτουρκικών πολέμων. Έτσι μετά από μία σχετικά ήρεμη περίοδο κατά την πρώτη δεκαετία του 17ου αι. η διαμάχη μεταξύ Ενετών και Τούρκων αναζωπυρώθηκε περί το 1610.

Οι πιέσεις που ασκήθηκαν στους καθολικούς ποιμενάρχες των Κυκλάδων, που αντιμετωπίσθηκαν ως εκπρόσωποι ξένης δύναμης (του πάπα της Ρώμης που κάθε τόσο προσπαθούσε να συνενώσει τους ευρωπαίους χριστιανούς κατά των Οθωμανών) ήσαν αφόρητες. Γι’ αυτόν το λόγο ο επίσκοπος Ι.-Α. Κάργας αυτοεξορίστηκε στην βενετοκρατούμενη Τήνο για να αποφύγει τον διωγμό των Τούρκων. Δυστυχώς όμως η κατάσταση χειροτέρευε με τον καιρό.

Η εμφάνιση στα ύδατα του Αιγαίου του στόλου της Νεαπόλεως και οι πληροφορίες από αγανακτισμένους ορθοδόξους για ευμενή στάση απέναντι στα ομόδοξα δυτικά πληρώματα από πλευράς Κάργα εξόργισε τους Οθωμανούς, οι οποίοι τον Αύγουστο του ιδίου έτους έβγαλαν τον στόλο τους στο Αιγαίο.

Σε μία επίδειξη ισχύος ο Τούρκος ναύαρχος της Λευκής Θάλασσας (Αιγαίο πέλαγος), Αλή Τσελεπή, κατατρόμαξε τους Παροναξιώτες, καθαίρεσε και εκδίωξε την φόρου υποτελή οικογένεια των Γοζαδίνων από την Κύθνο, απείλησε την βενετοκρατούμενη Τήνο και το απόγευμα της 15/10/1617 εισέπλευσε στο ασφαλές λιμάνι της Σύρου.

Οι κάτοικοι του νησιού κατέφυγαν έντρομοι στην Απάνω Μεριά αναζητώντας καταφύγιο. Στο Κάστρο παρέμειναν ο επίσκοπος Ι.-Α. Κάργας και ο γραμματέας του πρε-Μιχέλης Γουτζίνος που έσπευσαν να υποδεχθούν τον Τούρκο ναύαρχο οι ναύτες του οποίου τους συνέλλαβαν.

Πηγές αναφέρουν ότι ο Καπουδάν πασάς πρότεινε στον αλυσοδεμένο επίσκοπο την εξαγορά της ζωής τους με την καταβολή χρηματικού ποσού ή την αποδοχή αλλαγής της πίστης τους. Ο επίσκοπος απάντησε “όχι, πέστε του να με κάμει ότι θέλει”.

Δύο ημέρες αργότερα και αφού προηγήθηκε η καταστροφή και η λεηλασία της Άνω Σύρου το δειλινό της 17/10/1617 ο επίσκοπος Ι.-Α. Κάργας και ο ιερέας Μιχέλης Γουτζίνος απαγχονίστηκαν επάνω στη ναυαρχίδα του Αλή Τσελεπή ο οποίος ανεχώρησε με τον στόλο του παίρνοντας μαζί του ως ομήρους 200-300 Συριανούς πολλοί από τους οποίους απελευθερώθηκαν μόνον μετά την καταβολή λύτρων.
———————————————————–
Δον Ιωάννης Δαλέζιος (1856-1898)

12043048_753111691489826_1699190125459446264_n

Ο Δον Ιωάννης Δαλέζιος (Σύρος, Φεβρουάριος 1856 – Βόλος, 18 Μαρτίου 1898) ήταν εθνομάρτυρας στον αγώνα κατά των Τούρκων, εφημέριος της καθολικής εκκλησίας του Βόλου.

Ο εθνομάρτυρας Ιωάννης Δαλέζιος γεννήθηκε, μεγάλωσε και σπούδασε στη Σύρο. Ως εφημέριος της Καθολικής Εκκλησίας πολέμησε την κατοχή των Τούρκων, τα εβαλε ανοικτά μαζί τους υπερασπίζοντας τους Έλληνες με πύρινους λόγους και αγώνες και τελικά δολοφονήθηκε το 1898.

Γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου του 1856 στη συνοικία Βορνά της Άνω Σύρου και γονείς του ήταν ο Φραγκίσκος Δαλέζιος και η Αδελαΐδα Μαρινέλλη. Αφού έλαβε τη στοιχειώδη εκπαίδευση στο δημοτικό, φοίτησε εν συνεχεία για δύο χρόνια στο ιεροδιδασκαλείο της καθολικής επισκοπής Σύρου και τον Σεπτέμβριο του 1870 εκάρη κληρικός. Σπούδασε στη συνέχεια για 6 χρόνια στη Γένοβα της Ιταλίας και το 1877 χειροτονήθηκε ιερέας. Στη συνέχεια επέστρεψε στη Σύρο και διατέλεσε για ένα μικρό χρονικό διάστημα δάσκαλος στο δημοτικό της Άνω Σύρου.

Το 1879 διορίστηκε εφημέριος στην Ποσειδωνία. Το 1881 μετατέθηκε στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Γεωργίου. To 1883 τον βρίσκει στην Αθήνα και στις 7 Δεκεμβρίου του 1884 διορίζεται εφημέριος στο Βόλο, ο οποίος ήταν κάτω από τουρκική κυριαρχία, για να υπηρετήσει ως εφημέριος αντικαθιστώντας τον Στέφανο Μαντζολίνο ως ιερέας της Καθολικής εκκλησίας Βόλου, η οποία ήταν αφιερωμένη στην Αμίαντο Σύλληψη της Θεοτόκου.

Στην πόλη της Μαγνησίας διακρίθηκε γρήγορα για τα πατριωτικά του φρονήματα και κέρδισε την εκτίμηση των κατοίκων[3] ενώ σύμφωνα με πληροφορίες εφημερίδων της εποχής ήταν εύσωμος, ήπιων τόνων και δεινός εκκλησιαστικός ρήτορας.

Εκεί είχε δείξει ιδιαίτερο θάρρος και φιλοπατρία και καυτηρίαζε τις Τουρκικές αρχές, συμπεριφορά που προκάλεσε την ενόχλησή τους. Τον Φεβρουάριο του 1898, όταν σώθηκε ο Βασιλέας Γεώργιος, έκανε κήρυγμα ζητώντας την αποχώρηση των Τούρκων.

Τον Φεβρουάριο του 1897,όταν έγινε γνωστή η απόβαση ελληνικών δυνάμεων υπό την αρχηγία του Τιμολέοντα Βάσσου, στον όρμο του Κολυμπαρίου κοντά στα Χανιά, έψαλε από κοινού με τον ορθόδοξο μητροπολίτη Δημητριάδος Γρηγόριο, δοξολογία. Μάλιστα δραστηριοποιήθηκε έντονα κατά τη διάρκεια του Ελληνοτουρκικού Πολέμου εκείνης της χρονιάς καθώς με την έναρξη των εχθροπραξιών μετέβη στο μέτωπο της Μελούνας εμψυχώνοντας τους στρατιώτες, ενώ συνόδευε τους τραυματίες των μαχών στην Λάρισα και στο Βόλο φροντίζοντάς τους.

Κατά την κατάληψη του Βόλου από τα οθωμανικά στρατεύματα δεν εγκατέλειψε την πόλη. Μάλιστα, στις 15 Μαρτίου του 1898 έψαλε δοξολογία υπέρ της διάσωσης του βασιλιά Γεωργίου Α’, εναντίον του οποίου είχε γίνει την προηγούμενη ημέρα απόπειρα δολοφονίας κοντά στο Παλαιό Φάληρο, η οποία συνοδεύτηκε από έναν πύρινο λόγο εναντίον των στρατευμάτων κατοχής[7].Αυτός ο λόγος, φαίνεται πως ερέθισε τις αρχές κατοχής. Λίγες μέρες αργότερα, το βράδυ της 18ης προς 19η Μαρτίου, ο Δαλέζιος δέχτηκε δολοφονική επίθεση εντός του καθολικού ναού, τον οποίο χρησιμοποιούσε και ως κατοικία, που είχε ως αποτέλεσμα τον βαρύτατο τραυματισμό και τον θάνατό του λίγη ώρα αργότερα ενώ του παρέσχονταν οι πρώτες βοήθειες.

Τη νύχτα 18 προς 19 Μαρτίου 1898 δολοφονήθηκε από στρατιώτες του οθωμανικού στρατού κατοχής της Θεσσαλίας .
Αν και οι οθωμανικές αρχές προσπάθησαν να επιρρίψουν με διάφορα τεχνάσματα τις ευθύνες για τη δολοφονία σε Έλληνες, τόσο οι καταθέσεις των ανθρώπων που περιέθαλψαν τον πατέρα Ιωάννη, όσο και οι μαρτυρίες του Τούρκου ανθυπολοχαγού Τεφήκ μπέη αλλά και ενός Αλβανού αξιωματικού κατεδείκνυαν την ευθύνη ανδρών του οθωμανικού στρατού.

Η κηδεία του έγινε την επόμενη ημέρα με ιδιαίτερη επισημότητα στον Ορθόδοξο Μητροπολιτικό Ναό από τον Μητροπολίτη Δημητριάδος. στην ορθόδοξη μητρόπολη, χοροστατούντος του ορθόδοξου μητροπολίτη Γρηγορίου και παρουσία διάφορων επισήμων (πρόξενοι Γαλλίας, Ρωσίας, Αγγλίας, Αυστρίας αλλά και οι οθωμανικές αρχές) αλλά και πλήθους κόσμου όχι μόνο από τον Βόλο αλλά και από γειτονικά χωρία.

Το 1920 πραγματοποιήθηκε η μεταφορά των οστών του εθνομάρτυρα Ιωάννη Δαλεζίου στον καθολικό ναό της Παναχράντου στον Βόλο και αναγέρθηκε προτομή του στον περίβολο της Καθολικής Εκκλησίας.

Σήμερα, προτομές του βρίσκονται τόσο στο Βόλο όσο και στην πατρίδα του την Σύρο στην Άνω Σύρο όπου μπροστά από το σπίτι του, υπάρχει και προτομή προς τιμή του.

12743837_753114368156225_2057364862344793970_n
.
Πηγή: Προσωπικές έρευνες – Δικτυακές βιβλιοθήκες. Wikipedia – Θέματα Ιστορίας Γεγονότα και πτυχές της Ιστορίας χωρίς ιδεολογικά ταμπού και αγκυλώσεις (όσο γίνεται)
———————————————————–

Επίσκοπος Σύρου Αντώνιος-Γρηγόριος Λ. Βουτσίνος

12745530_753111534823175_4039068601603379547_n

Σε μία επιστολή του προς τον Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως την 1/11/1940 γράφει μεταξύ άλλων.
«Σήμερον υπέρ ποτέ είμεθα υπερήφανοι επειδή ονομαζόμαστε Έλληνες εφόσον η Ελλάς, όπως και κατά το παρελθόν, ίσταται εις το ύψος της αποστολής αυτής ως πατρίδος της ελευθερίας και του πολιτισμού. Η Ισχύς μας είναι το δίκαιον μας, η προσήλωσης ημών εις την ελευθερίαν και η αγάπη προς την πατρίδα.”

Ο Αντώνιος Λ. Βουτσίνος γεννήθηκε στον Γαλησσά της Σύρου στις 8/5/1891. Γονείς του υπήρξαν ο Λορέντζος Βουτσίνος (Κατές) και η Μαρία Βουτσίνου (Κρίτσαινα), οι οποίοι εκτός από τον Αντώνιο απέκτησαν άλλα τρία παιδιά τον Ιωάννη, τον Ιωσήφ και τον Λιναρδή. Μετά τον θάνατο του πατέρα του η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε με τον Ρόκκο Βαμβακάρη και ο Αντώνιος απέκτησε άλλα τρία ετεροθαλή αδέλφια τον Νικόλαο, τον Γεώργιο και τον Πέτρο.

Το 1902, ορφανός πλέον από πατέρα, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη συνοδευόμενος από τον νεότερο αδελφό του Λιναρδή, για να ακολουθήσει τον ιερομοναχικό βίο στην κοινότητα των Πατέρων της Μεταστάσεως (Ασσομψιονιστές).
Το 1910 αφού ολοκλήρωσε τα μαθήματα της μέσης εκπαίδευσης, εισήλθε στο Δοκίμιο των Πατέρων της Μεταστάσεως στο Λοβάνιο του Βελγίου. Τότε πρόσθεσε στο βαπτιστικό του όνομα και το όνομα Γρηγόριος.

Μετά την χειροτονία του στις 12/5/1918 διορίσθηκε ως ιερέας στην Ιερά Μονή Αγίας Θηρεσίας στην Αθήνα, εργάστηκε για μία δεκαετία ως γραμματέας του αρχιεπισκόπου Λουδοβίκου Πετί και διέπρεψε ως ιεροκήρυκας.

Το 1927 εγκαταστάθηκε στην Χαλκηδόνα της Ανατολικής Θράκης (Ευρωπαϊκή Τουρκία), όπου οι Πατέρες της Μεταστάσεως διηύθυναν Επιστημονικό Ινστιτούτο Βυζαντινών Σπουδών. Κατά την παραμονή του στην Χαλκηδόνα γνωρίσθηκε με τον αρχιεπίσκοπο Άγγελο Ρονκάλλι, τον μέλλοντα πάπα Ιωάννη ΚΓ΄, ο οποίος εκείνη την εποχή εκπροσωπούσε την Αγία Έδρα στην Τουρκία και την Ελλάδα.

Ο Ιταλός αρχιεπίσκοπος πρότεινε τον Αντώνιο-Γρηγόριο για διάδοχο του αποθανόντος επισκόπου Σύρου Αντωνίου Μακρυωνίτη. Η πρόταση έγινε δεκτή και η χειροτονία του έλαβε χώρα στην λατινική μητρόπολη Κων/πόλεως στις 25/7/1937. Στις 19/9/1937 του ιδίου έτους ο νεοχειροτονηθής επίσκοπος εγκαταστάθηκε στην έδρα του αφού πρώτα συναντήθηκε στην Αθήνα με παράγοντες της ελληνικής κυβερνήσεως που του εξασφάλισαν άψογη συνεργασία με τις ελληνικές Αρχές κατά τη διάρκεια της αρχιερατείας του. Η άφιξή του έτυχε πάνδημης υποδοχής στο νησί του.

Εν τω μεταξύ η πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη χειροτέρευε ημέρα με την ημέρα μέχρι που το 1939 ξέσπασε ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος. Ακολούθησαν μία σειρά από προκλητικές ενέργειες από μέρους της φασιστικής Ιταλίας και η είσοδος της χώρας μας στον πόλεμο στο πλευρό των Δυτικών συμμάχων.

Η πατριωτική δράση του συριανού επισκόπου εκδηλώθηκε από τις αρχές του πολέμου και συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής των Κυκλάδων. Τον Νοέμβριο του 1943 όμως η Ιταλία βγήκε από τον πόλεμο και έτσι οι ιταλοκρατούμενες περιοχές της πατρίδος μας, άρα και οι Κυκλάδες, πέρασαν σε γερμανική κατοχή.

Ο επίσκοπος Σύρου αποτέλεσε εξ αρχής στόχο των κατακτητών αφού πληροφορήθηκαν ότι ο συριανός ιεράρχης είχε προσευχηθεί δημοσίως υπέρ της τελικής νίκης των συμμαχικών όπλων κατά τη διάρκεια της επετείου του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, ενώ είχε δεηθεί υπέρ των νεκρών του πολέμου και υπέρ των αγωνιζομένων Ελλήνων της Μέσης Ανατολής.

Στις 20/11/1943 μετά από πληροφορίες καταδοτών στις γερμανικές Αρχές για εγκατάσταση πομπού στην επισκοπική κατοικία, οι Γερμανοί συνέλαβαν τον συριανό επίσκοπο και τον μετέφεραν σιδεροδέσμιο στην Αθήνα στα κρατητήρια της οδού Μέρλιν και εν συνεχεία στις φυλακές Αβέρωφ στα κελιά των βαρυποινιτών.

Λόγω της αντιστασιακής του δράσης και της εναντίωσής του στην ιταλοποίηση της Σύρου καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, γεγονός το οποίο αντιμετώπισε με ακατάβλητο θάρρος. Τελικά μετά από τις αδιάκοπες ενέργειες του Γερμανού φίλου του ιερομονάχου Ριχάρδου φον Λάμπελ τον Φεβρουάριο του 1944 η ποινή του μετατράπηκε σε περιορισμό του στη μονή Ασσομψιονιστών της Αθήνας.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση, τιμώντας την αντιστασιακή του δράση η Πολιτεία διέθεσε πολεμικό σκάφος για τη μεταφορά του στη Σύρο, όπου σύσσωμη η τοπική κοινωνία τον υποδέχτηκε και τον συνόδευσε στον μητροπολιτικό ναό.

Κατά την πανηγυρική δοξολογία προαισθανόμενος τον εμφύλιο σπαραγμό που ερχόταν κάλεσε τους Έλληνες να παραμερίσουν τις όποιες διαφορές τους και να εργαστούν για την ειρήνη και την ευημερία. Συμπαραστάθηκε στους ταλαιπωρημένους από τον πόλεμο Συριανούς, φροντίζοντας να σταλούν τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης από τον Ε.Σ. (Ερυθρός Σταυρός) στο νησί του που υπέφερε από πείνα.

Στις 21/2/1947 μαζί με τον πρόεδρο της κοινότητος Άνω Σύρου, Στέφανον Μ. Προβελέγγιο απευθύνθηκε εγγράφως προς τον Ο.Η.Ε. (Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών) για να διαψεύσει επισήμως κατηγορίες περί δήθεν διακρίσεων της Ελληνικής Πολιτείας εις βάρος του καθολικού στοιχείου της Σύρου.

Την Άνοιξη του 1947, κατά την αναδιάρθρωση της Καθολικής Εκκλησίας της Ελλάδος διορίστηκε αρχιεπίσκοπος Κερκύρας. Εκεί βρέθηκε αντιμέτωπος με σοβαρά προβλήματα όπως ήταν η ρύθμιση της εκκλησιαστικής περιουσίας και η ανοικοδόμηση νέου καθεδρικού ναού. Για διαφόρους λόγους τότε έκρινε σκόπιμο να δηλώσει παραίτηση στις 10/6/1952. Αναχώρησε για το Παρίσι όπου τελικά εγκαταστάθηκε και πέρασε τα 15 τελευταία έτη της ζωής του ως τιτουλάριος αρχιεπίσκοπος Άπρων.

Τόσο στη Γαλλία όσο και στο Βέλγιο, που επισκεπτόταν συχνά, εργάστηκε με απαράμιλλο ζήλο για τη διάδοση του ιδανικού της χριστιανικής ενότητος.

Έγραφε σε μία από τις οικουμενικές του εγκυκλίους: ” Ο διχασμός των χριστιανών είναι το μεγαλύτερον ηθικόν κακόν… Η Ένωσις είναι υπόθεσις σπουδαιοτάτη και επείγουσα. Είναι υπόθεσις κοινή. Όλοι οι χριστιανοί οφείλουν να ενδιαφερθούν δια την Ένωσιν. Εδώ δεν εισχωρεί ούτε αδιαφορία ούτε απαισιοδοξία, αλλά μέγιστον ενδιαφέρον και αισιοδοξία”.

Κατά τη διάρκεια της ιερατικής του ζωής εργάστηκε με ιδιαίτερο ζήλο για την επαναπροσέγγιση της Καθολικής με την Ορθόδοξη εκκλησίας και κήρυττε υπέρ της χριστιανικής ενότητος.

Για το ίδιο θέμα αρθρογραφούσε στην εφημερίδα “Καθολική” και ως θρησκευτικός συγγραφέας δημοσίευσε τις εξής μελέτες: “Θεάνθρωπος”, “Χριστιανισμός-Κομμουνισμός” κ.ά. Συνέγραψε επίσης τη βιογραφία του αρχιεπισκόπου Λ. Πετί.
Σχεδόν κάθε καλοκαίρι επισκεπτόταν την ιδιαίτερη πατρίδα του.

Στις 23/4/1968, ένα έτος μετά την επιβολή της χούντας στην χώρα μας, συναντήθηκε με τον υπουργό Εσωτερικών ταξίαρχο Στυλιανό Παττακό, ο οποίος τον είχε προσκαλέσει για να πληροφορηθεί τι σκέπτονταν στη Γαλλία για την “εθνοσωτήριο επανάσταση”. Αν και το περιεχόμενο του διαλόγου τους μας είναι άγνωστο πληροφορίες αναφέρουν ότι επέστρεψε συγχισμένος στην οικιά Βίλμας Νόβακ-Μαραγκού που τον φιλοξενούσαν και ότι με τα λεγόμενά του μάλλον
δυσαρέστησε τον χουντικό αξιωματούχο.

Στις 16:00 άφησε την τελευταία του πνοή από καρδιακό επεισόδιο ευρισκόμενος στην προαναφερθείσα οικία.

Προς τιμήν του στις 25/11/1985 πλατεία του Δήμου Άνω Σύρου ονομάσθηκε σε:
ΠΛΑΤΕΙΑ
ΑΝΤΩΝΙΟΥ-ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΒΟΥΤΣΙΝΟΥ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΥΡΟΥ
ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ
———————————————————–

Ταγματάρχης (ΠΖ) Γεώργιος Δουράτσος.

12745644_753111411489854_3516299528961648401_n

Το Σύγχρονο «Μολών Λαβέ» «Τα οχυρά δεν παραδίδονται, αλλά καταλαμβάνονται»

Γεννήθηκε στην Άνω Σύρο την 1/8/1894. Ήταν ένα από τα 11 παιδιά -10 αγόρια και 1 κορίτσι- του Κάρολου Δουράτσου και της Ελπίδας, το γένος Βακονδίου.
Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές κατετάγη στον Εθνικό Στρατό με Αρ. Στρ. Μητρώου 16036. Μονιμοποιήθηκε στο στράτευμα και έλαβε τον βαθμό του μόνιμου ανθυπολοχαγού ΠΖ (Πεζικού) την 20/9/1915.

Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του υπηρεσίας φοίτησε και αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή όπως και από διάφορες Στρατιωτικές Σχολές και Κέντρα Στρατιωτικής Επιμόρφωσης.
Μέχρι τον βαθμό του λοχαγού, υπηρέτησε σε διάφορες στρατιωτικές μονάδες πεζικού. Ταξίαρχος ον διετέλεσε διοικητής της ΣΔΔΜ (Στρατιωτική Διοίκηση Δυτικής Μακεδονίας) με έδρα την Κοζάνη.

Έλαβε μέρος σε διαφορές εκστρατείες και πολέμους. Συμμετείχε στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας. Έλαβε μέρος στον πόλεμο του 1940-41 με τον βαθμό του ταγματάρχου ως διοικητής του οχυρού Ρούπελ στον 6ο Συνοριακό Υποτομέα στη γραμμή Μεταξά. Κατόπιν έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και συμμετείχε στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Εμφυλίου πολέμου 1946-49.

Εκεί όμως μου έγραψε ιστορία ήταν ως διοικητής του οχυρού Ρούπελ στον 6ο Συνοριακό Υποτομέα στη γραμμή Μεταξά.

Το οχυρό Ρούπελ κατασκευάστηκε κατά την περίοδο του ελληνοβουλγαρικού πολέμου το 1913, πάνω σε αντέρισμα του όρους «Τσιγκέλι» και αποτελούσε το μεγαλύτερο απ’ όλα τα οχυρά της “Γραμμής Μεταξά”. Είχε μήκος 2.500 μ., περιελάμβανε 123 έργα οχυρώσεως-ενεργητικά σκέπαστρα, με ανάπτυγμα συγκροτήματος υπογείων καταφυγίων, αποθηκών, κοιτώνων, λουτρών, μικρού νοσοκομείου κλπ., 1.849 τμ., με στοές επικοινωνίας συνολικού μήκους 4.251 μ.

Ο οπλισμός του την περίοδο εκείνη, αποτελείτο από 5 αντιαρματικά πυροβόλα των 37 χιλ., 2 ορειβατικά πυροβολεία και 3 πεδινά των 75 χιλ. σε ρόλο αντιαρματικής αμύνης, 3 πεδινά πυροβόλα των 75 χιλ. επί της οδού Κούλα-Σιδηροκάστρου, 2 αντιαεροπορικά, 5 βαρείς όλμους των 81 χιλ., 85 πολυβόλα, 25 οπλοπολυβόλα και 53 βομβιδοβόλα.

Οι υπερασπιστές του αποτελούσαν μία δύναμη 2 ταγμάτων από 1.397 στρατιώτες και 27 αξιωματικούς. Αυτή ήταν η δύναμη τόσο πυρός όσο και ανδρών, τη διοίκηση των οποίων είχε αναλάβει υπό τις διαταγές του ο τότε ταγματάρχης Γ. Δουράτσος.
Η στενωπός του Ρούπελ (Κλειδίου) παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους Γερμανούς καθώς κάλυπτε το μόνο αξιοπρεπές οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο από την Βουλγαρία προς την Ελλάδα.

Τυχόν παραβίαση της εν λόγω διάβασης άνοιγε το δρόμο προς την Θεσσαλονίκη και εκμηδένιζε την ελληνική ταξιαρχία Νέστου. Η αποστολή κατάληψης του Ρούπελ ανατέθηκε στο ανεξάρτητο 125ο σύνταγμα συνοριακού πεζικού που είχε προσκολληθεί στην 72α ΜΠ (Μεραρχία Πεζικού) μαζί με το 1ο τάγμα του 100ου συντάγματος Ορεινών Κυνηγών.

Το εν λόγω σύνταγμα πεζικού (125ο ΣΠ) συγκροτήθηκε στις 10/11/1938 από δύο τάγματα πεζικού με αποστολή τη φρούρηση οχυρώσεων της γραμμής «Ζίγκφριντ». Είχε έδρα το Saarbrücken στην 12η στρατολογική περιφέρεια. Το 1940 η μονάδα μετατράπηκε σε σύνταγμα μηχανοκίνητου πεζικού (Pantzergrenadier Regiment).

Το 1941 απέκτησε και τρίτο τάγμα. Εκτός από τους τέσσερις λόχους γρεναδιέρων (μηχανοκινήτων πεζών) προστέθηκε σε κάθε τάγμα και πέμπτος λόχος σκαπανέων εφόδου (Sturmpionier) με ειδίκευση στα εκρηκτικά, τα φλογοβόλα και την εξάλειψη κωλυμάτων με σκοπό την εκπόρθηση οχυρών θέσεων.

Προστέθηκε ακόμα μία πυροβολαρχία εφόδου εφοδιασμένη με 6 αυτοκινούμενα οβιδοβόλα των 75χιλ. πάνω σε σκάφος άρματος υποδείγματος ΙΙΙ. Η μονάδα ήταν πλήρως μηχανοκίνητη και ακόμη και τα όπλα υποστηρίξεως (όλμοι, βαρέα πολυβόλα κλπ.) εφέροντο επί ημι-ερπυστριοφόρων οχημάτων.

Το σύνταγμα διοικούσε ο συνταγματάρχης Erich Petersen. Μέχρι της 5/4/1941 η μονάδα είχε συγκεντρωθεί στην Άνω Τζουμαγιά προσανατολισμένη προς την ελληνοβουλγαρική μεθόριο. Αν και οι Γερμανοί είχαν μελετήσει το χάρτη και τις οχυρώσεις του Α΄ Π.Π. δεν είχαν πλήρη αντίληψη για τις βελτιώσεις και τροποποιήσεις που είχαν γίνει στο μεταξύ.

Την 6/4/1941, και περί ώρα 05:15 πρωινή το 125ο σύνταγμα υποστηριζόμενο από βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως (STUKA) ανέτρεψε χωρίς δυσκολία τα ελληνικά τμήματα προκαλύψεως και έφτασε στη γέφυρα της Κούλας.

Η γέφυρα καταστράφηκε από το ελληνικό πυροβολικό αλλά οι σκαπανείς του συντάγματος την επισκεύασαν και η προέλαση συνεχίστηκε. Όταν οι μοτοσυκλετιστές της μονάδας εισήλθαν στην περιοχή απαγόρευσης του συγκροτήματος Ουσίτα-Ρούπελ αποδεκατίστηκαν από τα πολυβόλα του Οχυρού.

Οι γρεναδιέροι προχωρούσαν μέσα στα στρατιωτικά τους οχήματα αλλά αναγκάστηκαν να σταματήσουν στα αντιαρματικά κωλύματα και πολλά οχήματα καταστράφηκαν από τους όλμους και τα πυροβόλα του Ρούπελ.

Οι Γερμανοί γλύτωσαν τα χειρότερα χάρη στη μεγάλη αφλογιστία των ελληνικών βλημάτων -3 στα 5 σύμφωνα με τον συνταγματάρχη Petersen- και αποσύρθηκαν κακήν κακώς.

Ο Petersen τότε ζήτησε τη συνδρομή της Luftwaffe και του υπερβαρέως πυροβολικού του XVIII Σ.Σ. (Σώμα Στρατού) αλλά καθώς οι παρατηρητές του είχαν φονευθεί ή τραυματιστεί οι βολές ήσαν «τυφλές» και με περιορισμένα αποτελέσματα.

Το βράδυ της 6ης Απριλίου με νυκτερινή έφοδο στοιχεία του ΙΙ/125 τάγματος βρέθηκαν στα νώτα του Ρούπελ αλλά έμειναν χωρίς υποστήριξη επειδή η μονάδα τους αποδεκατίστηκε.

Οι Γερμανοί οχυρώθηκαν στη θέση Γκολιάμα και την άλλη μέρα απέκρουσαν τις ελληνικές αντεπιθέσεις χάρη στη Luftwaffe.
Οι βομβαρδισμοί και οι επιθέσεις, με πάντως είδους όπλα, αυτοκινούμενου πυροβολικού, φλογοβόλων και αεροπλάνων συνεχίσθηκαν με μεγάλη σφοδρότητα και τις επόμενες ημέρες 7 και 8 Απριλίου, χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα για τους Γερμανούς.

Το Οχυρό άντεξε, με ελάχιστες απώλειες προσωπικού, έως και την 9η Απριλίου, όπως και τα περισσότερα από τ’ άλλα οχυρά της Γραμμής Μεταξά, που είχαν μάλιστα προξενήσει σοβαρότατες απώλειες στον επιτιθέμενο εχθρό.

Στις 9 Απριλίου ο Petersen έριξε τα αποδεκατισμένα τμήματά του ξανά στη μάχη μαζί με τα αυτοκινούμενα πυροβόλα που ο ελληνικές πηγές αναφέρουν ως άρματα. Τα αντιαρματικά του Ρούπελ όμως, κατέστρεψαν τα πυροβόλα και η επίθεση ανακόπηκε. Παρά τις προσπάθειες των αντιαεροπορικών και αντιαρματικών στοιχείων του 125ου συντάγματος που έβαλαν κατά των φατνωμάτων, οι Έλληνες δεν κάμπτονταν και οι Γερμανοί είχαν ξανά βαριές απώλειες.

Εν τω μεταξύ οι γερμανικές δυνάμεις, αδυνατώντας να διασπάσουν την οχυρωματική μας γραμμή κατά μήκος των συνόρων προς τη Βουλγαρία, αναγκάστηκαν να παρακάμψουν αυτήν και μέσω Γιουγκοσλαβίας να κατέλθουν στην πεδιάδα του Αξιού και να καταλάβουν την Θεσσαλονίκη.

Έτσι όλη η Γραμμή Μεταξά μαζί με το οχυρό Ρούπελ απεκόπησαν από τον υπόλοιπο κορμό του Ελληνικού Κράτους και κάθε αγώνας πλέον στην περιοχή των Οχυρών, κατέστη μάταιος.

Κατόπιν τούτου, οι γερμανικές δυνάμεις, κατά τις 17:00 το απόγευμα γνωστοποίησαν με κήρυκες στους υπερασπιστές του Οχυρού την νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε τους πληροφότησαν για την υπογραφή ανακωχής και πρότειναν στον διοικητή του να το παραδώσει.

Τότε ο ηρωικός Διοικητής του Γ. Δουράτσος, μαζί με όλους τους συμπολεμιστές του απάντησε στο Γερμανό Διοικητή ότι τα οχυρά παραδίδονται μόνον όταν κυριευθώσιν παρά του αντιπάλου, δηλαδή με λίγα λόγια “Τα οχυρά δεν παραδίδονται, αλλά καταλαμβάνονται”, ότι εστερείτο παρά των ιεραρχικώς προϊσταμένων του Αρχών τοιούτων διαταγών περί ανακωχής, ότι διαταγές λαμβάνει και εκτελεί μόνον όσες προέρχονται από τις προϊσταμένες του Αρχές και ότι “ο αγών θα συνεχιστεί, πάσα δε απόπειρα προσεγγίσεως του οχυρού θα συντριβεί”.

Κατά τις 23:30 ελήφθη διαταγή πρώτα τηλεφωνικώς και μετά εγγράφως του Διοικητή του ΤΣΑΜ (Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας) Αντιστρατήγου Μπακόπουλου προ όλα τ’ αντιστεκόμενα οχυρά περί καταπαύσεως πυρός και παραδόσεώς τους στον εισβολέα, επειδή ο αγώνας τους πλέον ήταν άσκοπος, και δεν έπρεπε να χυθεί άλλο ελληνικό αίμα.

Αυτό λοιπόν έπραξε και ο ταγματάρχης Γ. Δουράτσος την 10/4/1941.

Προηγουμένως ο Γερμανός διοικητής που θα παρελάμβανε το Οχυρό, ζήτησε από τον Έλληνα διοικητή, να τον ακολουθήσει και μαζί, να επιθεωρήσουν στρατιωτικό γερμανικό απόσπασμα, που παρουσίασε όπλα, προς τιμήν των ηρωικών υπερασπιστών του Οχυρού.

Ο συνταγματάρχης είπε στον ταγματάρχη Δουράτσο ότι ως στρατιώτης αποδέχεται τη θυσία αλλά ως άνθρωπος θλίβεται για το αποδεκατισμένο σύνταγμά του. Οι Γερμανοί δεν κράτησαν Έλληνες στρατιώτες αιχμαλώτους.

Μάλιστα η ελληνική σημαία αντικαταστάθηκε από την γερμανική, μόνον όταν και ο τελευταίος Έλληνας στρατιώτης εγκατέλειψε το περίφημο Οχυρό.

Οι απώλειες της φρουράς του ανήλθαν σε 44 νεκρούς και 152 τραυματίες. Το 125ο σύνταγμα, του οποίου οι απώλειες ανήλθαν συνολικά σε 400 νεκρους και τραυματίες, παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη και δεν πολέμησε άλλο.

Οι επιζώντες γρεναδιέροι αποτέλεσαν τον πυρήνα του 125ου συντάγματος πεζικού και οι σκαπανείς με τους πυροβολητές στάλθηκαν ως ενισχύσεις στο «Αφρικανικό Σώμα» του Ρόμελ.

Όσον αφορά τον ταγματάρχη Γ. Δουράτσο για τη στρατιωτική του δράση και τις υπηρεσίες που προσέφερε στην πατρίδα, του απονεμήθηκαν τα ακόλουθα παράσημα και διακρίσεις: μετάλλιο της νίκης ευρωπαϊκού πολέμου 1914-1918, Αριστείο Ανδρείας Επιχειρήσεων Μικράς Ασίας, Αριστείο Ανδρείας Επιχειρήσεων Οχυρών 1941, Αριστείο Ανδρείας Επιχειρήσεων Οχυρού Ρούπελ, μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας, μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων Οχυρού Ρούπελ, μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων Επιχειρήσεων 1941, Πολεμικός Σταυρός Γ΄ τάξεως, παράσημο Φοίνικα Γεωργίου του Β΄ και ο Χρυσούς Σταυρός του Γεωργίου Α΄. Αποστρατεύθηκε στις 10 Μαΐου 1950 με τον βαθμό του Υποστρατήγου.

Μετά την αποστράτευσή του και μέχρι του θανάτου του, έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, κοντά στην οικογένεια του αδελφού του Αντωνίου Δουράτσου, καθότι έμεινε ανύπανδρος.

Πέθανε στις 12/11/1981 σε ηλικία 87 ετών και ετάφη με στρατιωτικές τιμές στο κοιμητήριο του Καθολικού Ιερού Ναού του Αγίου Λουκά Ηρακλείου Αττικής.

Tα οστά του φυλάσσονται στο Καθολικό κοιμητήριο του Ι.Ν. Αγίου Λουκά.

Με απόφαση της Δημοτικής Αρχής Ερμουπόλεως Σύρου κατασκευάστηκε και τοποθετήθηκε η προτομή του σε περίοπτη θέση σε κεντρική πλατεία της πόλης.
Ανάλογη προτομή με δαπάνη του «Πανελληνίου Συνδέσμου Πολεμιστών των Οχυρών Μακεδονίας και Θράκης», τοποθετήθηκε στην είσοδο του Μουσείου του Οχυρού Ρούπελ.
_________________________________

Έλληνες Καθολικοί Πεσόντες

Παρ’ όλη την έλλειψη στοιχείων είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο το γεγονός ότι εκατοντάδες Έλληνες καθολικοί πολέμησαν και αρκετοί θυσιάστηκαν υπέρ πατρίδος πολεμώντας ενταγμένοι στους στρατούς των βυζαντινών αλλά και των δυτικοευρωπαίων προσπαθώντας μάταια να αναχαιτίσουν τις Οθωμανικές ορδές που ξεχύθηκαν από το 1071 στη Μ. Ασία και από το 1389 στη χερσόνησο του Αίμου.

Κλεισμένοι μέσα σε κάστρα και οχυρά ή υπηρετώντας σε γαλέρες αντιστάθηκαν όσο ήταν δυνατόν στην εχθρική πλημμυρίδα η οποία ορμώμενη από την Ανατολία κατέπνιξε τελικά ασυγκράτητη κάθε αντίσταση.

Αλλά και μετά την επικράτηση της ημισελήνου στην νοτιοανατολική Ευρώπη είναι βέβαιο ότι Έλληνες καθολικοί συμμετείχαν στους Βενετοτουρκικούς πολέμους που διεξήχθησαν στον ελληνικό χώρο έχοντας δυστυχώς για το Γένος τα γνωστά αποτελέσματα.

Εν συνεχεία οι Έλληνες καθολικοί ως γνήσια τέκνα της πατρίδος μας συμμετείχαν μαζί με πολλούς φιλέλληνες σε όλους τους Αγώνες του Έθνους αρχίζοντας από τον Αγώνα της Παλιγγενεσίας πληρώνοντας βαρύ τίμημα σε έμψυχο υλικό.

Παρ’ όλη όμως την εξακριβωμένη συμμετοχή Ελλήνων καθολικών στην Εθνεγερσία αλλά και στον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, δεν καταγράφονται απώλειές τους σε αυτές τις δύο συγκρούσεις.

Από τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο όμως, που έχουμε τους πρώτους Έλληνες καθολικούς νεκρούς και εντεύθεν ο αριθμός των θυσιασθέντων υπέρ βωμών και εστιών αγγίζει τον εντυπωσιακό αριθμό των 327 νεκρών τα ονόματα των οποίων αναγράφονται στο ηρώων του Εξώβουργου της Τήνου.

Στην παρούσα μελέτη παρουσιάζονται όλοι οι ως σήμερα νεκροί που εσουν γινει γνωστοί με αλφαβητική σειρά κατά πόλεμο και κατά τόπο καταγωγής με όσες πληροφορίες στάθηκε δυνατόν να εντοπισθούν μέχρι ώρας για κάθε έναν απ’ αυτούς.
Υπάρχουν πολλοί ακόμα άλλα η ερευνά συνεχίζεται.

ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1940-41
ΣΥΡΟΣ

12728839_753114428156219_871451510882756625_n
Βακόνδιος Δημήτριος του Ιωάννη στρατιώτης του 52ου ΣΠ, εφονεύθη στις 23/12/40 στο όρος Σεβράνι, βορείως Φράταρι υψ.1220
Βαμβακάρης Γεώργιος του Θωμά στρατιώτης του 52ου ΣΠ, εφονεύθη στις 29/11/40 στο όρος Κελκές, βορειοδυτικώς Μπόροβας υψ.1260
Βαρθαλίτης Γεώργιος του Ισιδώρου δεκανέας του 33ου ΣΠ, εφονεύθη στις 5/2/41 στο Μπούμπεσι, βορειοδυτικώς Κλεισούρας
Δαέλης Βασίλειος του Νικολάου Σύνταγμα Δωδεκανησίων 20/4/41 εξαφανίσθη μεταξύ 20-30/4/41
Δαλέζιος Άγγελος του Ιωάννη λοχίας του 20ου ΣΠ, εφονεύθη στις13/2/41 στο όρος Τόμορος
Δαλέζιος Ιωσήφ του Μάρκου στρατιώτης του 90ου ΣΠ, εξαφανίσθη στις 25/1/1941 στη μάχη του Βερατίου
Καπέλλας Γεώργιος του Μιχαήλ στρατιώτηςτου 35ου ΣΠ, εφονεύθη στις 20/4/1941 στη Δαύλεια Βοιωτίας κατά τη διάρκεια αεροπορικού βομβαρδισμού
Καπέλλας Ελευθέριος του Νικολάου στρατιώτηςτου 4ου ΣΠ, εφονεύθη στις 7/3/41 στο όρος Τρεμπεσίνα
Κατσαμένης Ευστάθιος του Κων/νου ανθυπολοχαγός του 30ου ΣΠ, εφονεύθη στις 21/11/40 στο όρος Μόροβα υψ.1878
Μακρυωνίτης Γεώργιος του Νικολάου στρατιώτης του 20ου ΣΠ, εφονεύθη στις 16/2/41 στο Ζερέτσι, βορειοδυτικώς Μοσχοπόλεως
Ξανθάκης Αντώνιος του Ιωάννη δεκανέας του V Συντάγματος Ορειβατικού ΠΒ, εφονεύθη στις 24/2/41 στο όρος Τρεμπεσίνα
Παλαιολόγος Σαβ. Τ. στρατιώτης
Παλαμάρης Αντώνιος του Νικολάου στρατιώτης του 4ου ΣΠ, εφονεύθη στι 24/1/1941 στο όρος Τρεμπεσίνα υψ.1308
Πρίντεζης Αντώνιος του Γεωργίου στρατιώτης του 52ου ΣΠ, εφονεύθη στις 24/12/40 στην Κλεισούρα
Πρίντεζης Γεώργιος του Πέτρου στρατιώτης του 52ου ΣΠ, εξαφανίσθη στις 24/12/40 στο υψ.1220 ανατολικώς της Κλεισούρας
Πρίντεζης Μάρκος Γ. στρατιώτης
Πρίντεζης Μιχαήλ Αλ. στρατιώτης
Πρίντεζης Τζώρτζης του Γεωργίου στρατιώτης του34ου ΣΠ, εφονεύθη στις 17/2/41 στην Πεστάνη, ανατολικώς Τεπελενίου
Ρούσσος Ισίδωρος του Μάρκου στρατιώτης του 28ου ΣΠ, εξαφανίσθη στο Μπούμπεσι του Βερατίου την 1/2/1941
Φρέρης Γεώργιος τουΜιχαήλ στρατιώτης του ΙΙ Συντάγματος Ορ. ΠΒ, 14/12/1940
12109147_753173424816986_5404033620250116649_n

Υπάρχουν πάρα πολλοί ακόμα που είτε έχουν μείνει άγνωστοι από σεβασμό των συγγενών τους είτε χάθηκαν τα ιστορικά τους στοιχειά με την πάροδο των χρονών. Γίνεται ερευνά για να μαθευτούν όλοι αυτοί αν είναι δυνατόν και να τους ;αποδοθεί η απαραίτητη δόξα για το αίμα που έχυσαν για την πατρίδα μας.

12744089_753172491483746_3351042815851910307_n

Δυστυχώς όμως ζούμε σε μια χώρα που δεν ενδιαφέρεται να αναδείξει τους ήρωες της. Που αντίθετα αναδεικνύει ήρωες άνδρες και πρόσωπα που καμία αξία δεν έχουν άλλα μάλιστα έχουν φερθεί με προδοτικό τρόπο στην χώρα και τον λαό αυτόν..

Η Ιστορία όμως δεν σταματά να γράφεται,,,, Κάποια στιγμή όλοι βρίσκουν την θέση που τους ανήκει στην ιστορία. Είτε αυτή είναι στα ψηλότερα σημεία είτε στα τάρταρα της Εθνικής Συνείδησης και μνήμης και της άξιας.

12744045_753111781489817_3046997818011432030_n

Πηγές: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Ιστορία Τιμωρώντας Αμπελα. Άλμπουμ «ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ» του ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ «Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ» 100 ΧΡΟΝΙΑ 1914 – 2014 του ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ «LA SALLE» ΕΛΛΑΔΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ FRERE ΜΑΡΙΟΣ Ι. ΚΑΠΕΛΛΑΣ.
Στο Σχολείο «Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ» είχα την χαρά να μαθητεύσω και σε αυτήν την μαθητεία μου χρωστώ πολλά στην αγάπη μου για το Νησί μου, την Ιστορία του αλλά και την μετέπειτα προσωπική και επαγγελματική μου εξέλιξη και ως άνθρωπος και ως επαγγελματίας. . Καθολικός Κόσμος blog Προσωπικές έρευνες κατά τόπους και δικτυακές.

Γράφει :O δημοσιογράφος και Ιστορικός Παναγιώτης Κουλουμπής

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.