Αthens Speed Dating: Έχεις 5′ να με πείσεις ότι είσαι ο άντρας της ζωής μου

5703

Κάποια γραφεία συνοικεσίων έχουν αλλάξει τον τρόπο που κάνουν πλέον τις γνωριμίες. Ο σύγχρονος τρόπος ακούει στο όνομα «speed dating». Με δυο λόγια, δηλώνεις συμμετοχή, σε καλούν σε μια καφετέρια, δίνεις 25 ευρώ αν είσαι γυναίκα και 35 ευρώ αν είσαι άντρας, πίνεις το ποτό σου και μέσα σ’ ένα βράδυ γνωρίζεις πενήντα και βάλε ενδιαφερόμενους.

Η διαδικασία είναι απλή. Φοράς ένα αυτοκόλλητο με το όνομά σου και το νούμερό σου κι έχεις ένα χαρτί μπροστά σου που περιλαμβάνει όλους τους αριθμούς. Ανά πέντε λεπτά οι μνηστήρες εναλλάσσονται. Σημειώνεις το νούμερο όποιου σου αρέσει, σημειώνει κι εκείνος το δικό σου και την επόμενη μέρα σου δίνουν το τηλέφωνό του. Αν οι σημειώσεις σας συμπίπτουν, αρχίζει, ας πούμε, το «je t’ aime».

Δηλώνω συμμετοχή, αλλά προβληματίζoμαι ποια περσόνα θέλω να αναδείξω. Αποφασίζω να μην είμαι μόνο μία αλλά πολλές, ετερώνυμες περσόνες, κάτι σαν τον Πεσσόα του συνοικεσίου. Δηλαδή σε κάθε άντρα να λέω άλλο όνομα, άλλη ιδιότητα, κάτι σαν «συνοικιακό μπριάμ» και ό,τι βγει με την τουρλού-τουρλού συμπεριφορά μου.

Δηλώνεις συμμετοχή, σε καλούν σε μια καφετέρια, δίνεις 25 ευρώ αν είσαι γυναίκα και 35 ευρώ αν είσαι άντρας, πίνεις το ποτό σου και μέσα σ’ ένα βράδυ γνωρίζεις πενήντα και βάλε ενδιαφερόμενους.

Το ραντεβού δίνεται στο Κολωνάκι, στην πλατεία, στο πατάρι γνωστής καφετέριας. Σκάω με εμφάνιση «γαμησάμπλ», που ‘ναι φτηνό δόλωμα για κάθε αγκίστρι.

Η κυρία που οργανώνει τα speed datings έχει ντοπιολαλιά. Τη λένε Νίνα –το νι παχύ– και το έχει βάλει ιερό σκοπό να φτάσει το ζευγάρι στην εκκλησία. Στο κόκκινο κιτς πατάρι κάθονται ήδη κάποιες κύριες, οι περισσότερες άνω τον πενήντα. Μελαγχολικές, κάθονται στα τραπέζια, χτενισμένες και παρφουμαρισμένες, αφημένες σχεδόν στο συνοικιακό πανηγύρι, όπως ένα βότσαλο σε μια αμμουδιά. Τρώνε μηχανικά τα ξηροκάρπια τους και μοιάζουν κάπως υπνωτισμένες

. Ο γεροντοκορισμός εδώ μυρίζει όπως η ναφθαλίνη και τα καλοκαιρινά ρούχα που τα ‘χες για καιρό κλεισμένα. Ο χώρος, πάντως, μυρίζει κλεισούρα και πολυκαιρισμένο άρωμα. Η κυρία Νίνα απ’ το γραφείο ενθουσιάζεται που με βλέπει. «Δεν σε φανταζόμουν έτσι» λέει και δίνει στον σουρεαλισμό ανάστημα. «Σε είχα για μελαχρινή». «Μα, καταλαβαίνετε απ’ τη φωνή αν είναι κάποια ξανθιά ή μελαχρινή;» ρωτάω με έκπληξη. Ναι, πάντα καταλάβαινε η Νίνα. Αυτήν τη φορά διαψεύστηκε, αλλά της έσκασε κελεπούρι και το μάτι της λάμπει. «Θα κάνουμε υπέροχες γνωριμίες εδώ απόψε» μου λέει, με πιάνει με τρομερή οικειότητα από το μπράτσο και με βάζει να καθίσω, ας πούμε, πρώτο τραπέζι πίστα, ενώ μου χαδεύει στοργικά τα μαλλιά.

«Κουκλίτσα μου», μου λέει στο αυτί, «όλοι θα σε θέλουν απόψε». Νιώθω αίφνης σαν το δέκα το καλό στο νυφοπάζαρο. Σαν τον μόσχο τον πιο σιτευτό, που θα με θυσιάσουν πριν το καταλάβω.

«Αν έρθει και ένας διπλωμάτης που μου υποσχέθηκε την έκανες την τύχη σου» λέει και με χτυπάει στον ώμο.

Με αφήνει με την εσάνς της διπλωματικής υπεροχής και λέει στη σερβιτόρα να μου φέρει να πιω ό,τι τραβάει η όρεξή μου. Εγώ και η όρεξή μου πέφτουμε σε περισυλλογή.

1016664_IMG_9933

Η διαδικασία είναι απλή. Φοράς ένα αυτοκόλλητο με το όνομά σου και το νούμερό σου κι έχεις ένα χαρτί μπροστά σου που περιλαμβάνει όλους τους αριθμούς. Ανά πέντε λεπτά οι μνηστήρες εναλλάσσονται.


Μέχρι να έρθει το αλκοόλ, νιώθω τρελή αμηχανία. Με κοιτούν όλοι, γυναίκες και άντρες, με εμφανή απορία του στυλ «τι κάνει τώρα αυτή εδώ;». Πίνω το κρασί άσπρο πάτο και ζητάω και δεύτερο, μήπως τελικά πάρω μπροστά και το παίξω σωστά υποψήφια νύφη. Η της υποδοχής, μάλλον συνεργάτις της κύριας Νίνας, μου φέρνει μαζί με τα ξηροκάρπια και έναν κοντό πενηνταπεντάρη, με βαμμένο κομοδινί μαλλί.

«Από δω ο Νίκος Χρηστάκης» λέει με καμάρι, σαν να μου ‘φερε τον Τόλη Βοσκόπουλο στα νιάτα του να του κάνω οντισιόν. Ο κύριος Νίκος, μαθαίνω, είναι εξαιρετικός λογιστής, έχει δικό του γραφείο στην Ηλιούπολη και μένει σε εντελώς δικό του διαμέρισμα 120τετραγωνικών, πάνω από το γραφείο του. Το «εντελώς δικό του διαμέρισμα» το τονίζει με καμάρι – λέω να μην πω τίποτα για τον ΕΝΦΙΑ και του βάλω έννοιες.

«Γιατί ήρθες απόψε;» τον ρωτάω, κυρίως από δημοσιογραφική περιέργεια. «Για να γνωρίσω νύφη. Δεν θέλω περιστασιακά πράγματα» μου λέει σαν να το έχει αποστηθίσει. «Δηλαδή, δεν θες σεξ» του λέω εγώ και τον κοιτάω με νόημα στα μάτια.

«Χάρηκα», λέω, «Χρηστάκη» και δίνω απρόθυμα το χέρι μου. Του πάει το επίθετό του. Ο Χρηστάκης μού μπαστακώνεται. Νιώθω ήδη ένα πρόωρο «τι ζω η έρμη για να βγει το ρεπορτάζ». «Λοιπόν, Κική, με τι ασχολείσαι;». «Άνεργη είμαι», του λέω, «αλλά δούλευα βοηθός μπιστολάκι». «Α, ωραία» λέει αυτός λες κι έχει αφάνα και θα με βάζει να του την ισιώνω. «Σ’ αρέσει το μπιστολάκι;» ρωτάει για να μην κάνουμε κοιλιά στη συζήτηση. «Ναι, και τα νεροπίστολα, τώρα που καλοκαίριασε». Βγάζει το μαντηλάκι του και σκουπίζεται. «Γιατί ήρθες απόψε;» τον ρωτάω, κυρίως από δημοσιογραφική περιέργεια. «Για να γνωρίσω νύφη. Δεν θέλω περιστασιακά πράγματα» μου λέει σαν να το έχει αποστηθίσει. «Δηλαδή, δεν θες σεξ» του λέω εγώ και τον κοιτάω με νόημα στα μάτια. «Α, εγώ Χρηστάκη ήρθα μόνο για σεξ». Νομίζω πως θα μου μείνει. Ξεροκαταπίνει και ζητάει νερό. «Είμαι της Εκκλησίας». Αυτή είναι η απάντησή του στη δική μου διάθεση για σεξ.

Μου μιλάει μετά για τ’ αδέλφια του, τη μητέρα του, για τους ντολμάδες, που είναι το αγαπημένο του φαγητό. Τη διάθεσή μου για σεξ απλώς την προσπερνάει.

Πλήττω με τον Χρηστάκη που δεν βάζει γλώσσα μέσα. Σηκώνομαι να κόψω μια βόλτα. Η Νίνα ανησυχεί μην της φύγω: «Πού πας, κουκλάρα μου;». «Πιάστηκα» της λέω, «μου φέραν κι έναν πολύ ομιλητικό χριστιανό». Η συνοικεσιατζού ενοχλείται με τη χριστιανική επιλογή και επιπλήττει τη βοηθό της. «Μα, τι της έφερες εδώ της Κικίτσας, δεν βλέπεις ότι δεν τους μπορεί τους άνοστους;». Φέρνει γύρες με το κεφάλι της, ψάχνει κάποιον πιο «αλατισμένο». «Ελάτε, καθίστε όλοι στα τραπέζια σας» δίνει το πρόσταγμα και χτυπάει παλαμάκια. Δύο κυρίες έχουν ανεβάσει τους τόνους. Η μία θέλει να καθίσει, ένας Θεός ξέρει γιατί, στη θέση της άλλης. «Τουρλού μανιφατούρα το κάνετε εδώ μέσα» αναφωνεί η Νίνα και τις βάζει να καθίσουν στην άλλη άκρη της αίθουσας, σαν σε τιμωρία. Έχουν πλακώσει και οι γαμπροί της συμφοράς, νομίζω ότι είμαι στο πλατό της Αννίτας Πάνια.

1016677_IMhG_9922_1

Η κυρία που οργανώνει τα speed datings έχει ντοπιολαλιά. Τη λένε Νίνα –το νι παχύ– και το έχει βάλει ιερό σκοπό να φτάσει το ζευγάρι στην εκκλησία.


Με κοιτάνε τα αρσενικά συνοικεσιο-παλικάρια με εμφανή λαγνεία και συνοικεσιο-προσδοκία. Αυτό το ρεπορτάζ το λες και αμήχανο. Το ας πούμε παιχνίδι της μοίρας θα αρχίσει στις 8:30, όταν ακουστεί το χαρακτηριστικό καμπανάκι. Επί πέντε λεπτά γνωρίζεις τον κύριο που κάθεται απέναντί σου μέχρι να έρθει ο επόμενος – κάτι σαν τις μουσικές καρέκλες. Η βοηθός του γραφείου συνοικεσίων, σαν καλός κόουτς, δίνει οδηγίες. «Δεν θέλουμε αμηχανία, αφεθείτε και ρωτήστε ό,τι σας έρθει στο κεφάλι. Εδώ ήρθατε για να περάσετε καλά, να γνωρίσετε και να γνωριστείτε».

Το πατάρι έχει πια τιγκάρει στην τεστοστερόνη. Ο άντρας, καθώς φαίνεται, το γουστάρει πιο πολύ το συνοικέσιο. Οι περισσότεροι είναι πενήντα φεύγα, έχει και λίγο πιο νέους, έχει όμως και πιο μεγάλους. Ένας κοτσονάτος έχει έρθει και με τη μαγκούρα του. Κουτσοί-στραβοί όχι μόνο στον Άγιο Παντελεήμονα αλλά και στο speed dating. Στο αντρομάνι βλεφαρίζω και δυο-τρεις που βλέπονται – μπορεί να φαίνονται και καλοί μέσα στη γενική άλλα άντ’ άλλων κατάσταση. Αλλά φαίνονται μια χαρά. Πιάνω συζήτηση με μια ντροπαλή που αποφασίζει να νικήσει την ντροπή της και μου κάνει ερωτήσεις . Είναι, λέει, 32 χρονών, αλλά μοιάζει να έχει καβατζάρει τα σαράντα. Τη ρωτάω γιατί ήρθε απόψε εδώ.

«Αν είσαι ελεύθερη/ελεύθερος», μου λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια, «και δεν γνωρίζεις εύκολα κόσμο, έρχεσαι εδώ, πίνεις το ποτό σου, γνωρίζεσαι και, πού ξέρεις, μπορεί να σου πέσει τίποτα καλό». «Πουρκουά πα» δηλαδή η κατάσταση.

«Αν προσπεράσεις», όπως μου λέει, «την αρχική αμηχανία, έχει ενδιαφέρον. Μέσα σε πέντε λεπτά γνωρίζεις κάποιον και αν δεν σου κάνει, έρχεται ο επόμενος. Αν γνωρίσεις μαζεμένους πενήντα, ένας θα σου αρέσει πιο πολύ. Το θέμα είναι ν’ αρέσεις και σ’ εκείνον» λέει και κοιτάζει τα χέρια της.

Η διπλανή της ντροπαλής μού πιάνει κι εκείνη συζήτηση. Κάτι της θυμίζω, αλλά ευτυχώς δεν θυμάται τι. Τη λένε Δώρα, είναι 38 χρονών, γραμματέας. «Είναι δύσκολο στις μέρες μας να βρεις σωστό παιδί» λέει και κουνάω με κατανόηση το κεφάλι. «Και γιατί δεν παίρνεις τις φίλες σου να πάτε σε ένα μπαρ, κάπου έξω, να γνωρίσετε εκεί άντρες;» λέω και μοιάζω να κάνω προπαγάνδα εναντίον των γραφείων συνοικεσίων. Όμως η Δώρα δεν έχει φίλες, μόνο την κουμπάρα της, που έχει τρεις γιους κι έχει μετακομίσει στα Καμένα Βούρλα – άλλωστε, δεν της αρέσουν τα μπαρ και οι διασκεδάσεις. Έτσι της λέει, «διασκεδάσεις», θέλει να κάνει σωστή οικογένεια – το «σωστή» το τονίζει σε τέτοιο σημείο, που και το σωστό σκιάζεται. Της γνωρίζω Χρηστάκη με το λογιστικό γραφείο και το σπίτι από πάνω, που ‘ναι κι αυτός της Εκκλησίας. Στο συνοικεσιακό βράδυ κάνω κι εγώ τα δικά μου συνοικέσια.

Ο Χρηστάκης, όμως, κατσουφιάζει, δεν φαίνεται να του αρέσει η Δώρα.

Με κοιτάει με το μάτι του το καθόλου γοητευτικό και μου ψιθυρίζει ότι του αρέσουν οι ξανθιές. Μου το λέει πολύ εμπιστευτικά, σαν να μου εμπιστεύεται ότι καπνίζει πού και πού κανέναν μπάφο.

«Είσαι και πονηρούλης, Χρηστάκη» του λέω και γελάει ζαβολιάρικα το πλαδαρό του μούτρο, σαν να τον έπιασα να τρώει από το βάζο με τη μαρμελάδα. «Τα ξέρει αυτά η μαμά σου;».

Το παιχνίδι ξεκινάει με μια καθυστέρηση. Οι άντρες είναι πλέον εμφανώς περισσότεροι από τις γυναίκες. «Μπορούμε κάποιες να πάρουμε από δύο» λέω στη Δώρα που δεν της αρέσει η παρτουζο-συνοικεσιο-κατάσταση που πάω να φτιάξω.

1016679_IMG_9924

Μου ζητάει να συμπληρώσω το νούμερό του στο τεφτέρι μου για να τα ξαναπούμε.


Για να τους γνωρίσω όλους αυτούς, όμως, από πέντε λεπτά ο καθένας, θέλω δυόμισι ώρες στο νερό. Αγανακτώ πριν ξεκινήσουμε. Απέναντί μου κάθεται τώρα ο Λάμπης, εμφανώς αγχωμένος. Το καμπανάκι χτυπάει, έχει πέντε λεπτά. Βγάζει κομπολόι, ανάβει και τσιγάρο. Μαθαίνω ότι έχει κάτι με μάρμαρα. Κόβει μάρμαρα, δουλεύει το μάρμαρο, κάτι τέτοιο. Συστήνεται «Λάμπης ο μαρμαράς», ίσως γιατί είναι καλό ένας άντρας να ‘ναι μάρμαρο – μου λέει και την ηλικία του, 52. Τον πειράζω με νάζι: «Έλα, βρε Λάμπη, ένας άντρας δεν πρέπει να κρύβει τα χρόνια του». «Μα τον Θεό, τόσο είμαι» λέει και κάνει ότι ψάχνει την ταυτότητα που έχει ξεχάσει. Μέσα σε πέντε λεπτά μαθαίνω ότι έχει χωρίσει δύο φορές. Έχει μια κόρη 22 χρονών. Δηλώνει γλεντζές –έτσι το ‘πε– και του αρέσει να χορεύει λεβέντικους χορούς. «Γιατί ήρθες εδώ απόψε;». «Για να γνωρίσω εσένα» μου λέει με νόημα. Έχω συστηθεί ως Δανάη και είμαι, τρομάρα μου, ζωγράφος . «Θα με ζωγραφίσεις, Δανάη, γυμνό» λέει και στάζει ο ιδρώτας από το μέτωπό του που τον σκουπίζει τσίφτικα με την παλάμη.

Του λέω ότι μου ‘χουν τελειώσει οι μπογιές, μου λέει θα μου πάρει καινούργιες, ο χρόνος του τελειώνει, μου ζητάει να συμπληρώσω το νούμερό του στο τεφτέρι μου για να τα ξαναπούμε.

Συνεχίζω με τον τρελοπενηντάρη Βασίλη. Ο θεός σκάει με ανοιχτό αλά Κούρκουλος πουκάμισο και καδένα. Με αρχίζει στα στιχάκια «μαναράκι, μαναράκι, είσαι ένα σωστό κουκλάκι». Η διπλανή μου από τα δεξιά βρίσκεται σε αμηχανία με έναν κακομοίρη που έχει καθίσει απέναντί της. Της μιλάει και τον αγνοεί και παρακολουθεί τον δικό μου ποιητή. Ο Βασίλης δουλεύει, μαθαίνω, νυχτερινός φύλακας, έχει έρθει άλλες δύο φορές σε τέτοιες βραδιές. Την πρώτη γνώρισε ένα καλό κορίτσι, αλλά ήθελε παντρολογήματα κι εκείνος δεν ήταν έτοιμος και τη πλήγωσε. Τώρα, όμως, θέλει μια γυναίκα να τον φροντίζει. Με ρωτάει τη δουλειά κάνω. «Μου αρέσουν», λέω, «τα οικιακά και η μαγειρική», δείχνει να εκστασιάζεται με την υποτιθέμενη νοικοκυροσύνη μου. «Θα τα πάμε περίφημα οι δυο μας», λέει, πάει να μου πιάσει το χέρι, τύπου «τα είπαμε, τα συμφωνήσαμε», μα εγώ τραβιέμαι κι ευτυχώς το καμπανάκι δίνει τη δραματουργική λύση. «Ψήφισέ με» λέει και του βγαίνει και ένα βουλευτικό ιδεώδες. Η βραδιά είναι ό,τι να ‘ναι. Η Δώρα με ρωτάει αν έχω την καλοσύνη ν’ αλλάξω θέση, να πάω πιο πέρα, γιατί οι άντρες που κάθονται σ’ εκείνη μετά από μένα είναι απρόθυμοι. Το ζητάω στη Νίνα, όμως δεν με αφήνει, με θέλει εκεί, βιτρίνα, αλλάζει τη Δώρα με αγανάκτηση. «Αχ, ζήλιες έχουμε κι εδώ μέσα» λέει μέσα από τα δόντια.

Η Νίνα, σαν παλιά καραβάνα που είναι, κάνει ένα γρήγορο ξεσκαρτάρισμα και μετά τον Βασίλη μού προωθεί πιο φρέσκο πράγμα. Την καλή της, ας πούμε, πραμάτεια. Ο Ντίνος είναι 35άρης, δύο μέτρα, τον λες και λεβέντη τις καλές του μέρες. Έπαιζε και για λίγο στα νιάτα του στον Πανιώνιο, αλλά είχε τραυματισμό.

Ο Ντίνος μου λέει ότι μ’ έκοψε με το που μπήκε και ζήτησε από τη Νίνα που τον ξέρει να του γνωρίσει εμένα, το δεκαεφτά και το τριάντα δύο, και να μην περάσει όλες τις ψόφιες. Μου λέει ότι έρχεται εδώ γιατί με τριάντα πέντε ευρώ βρίσκει το πήδημα ενός μήνα και βάλε. «Δεν θέλω τις παρθενωπές, τις κόβω ποιες έχουν έρθει για να το γλεντήσουν».

Του αρέσει, λέει, που με γνώρισε, αλλά κατάλαβε με το «καλησπέρα» ότι είμαι λίγο κακομαθημένη. «Είσαι από αυτές που δεν βάζουν το χέρι στο πορτοφόλι». Θα θέλω κεράσματα και ακριβά εστιατόρια και ιστορίες και ταξίδια. «Σόρι», λέει, «Αγγελικούλα μου, είσαι κουκλάρα, μα έχουν μειωθεί τα έσοδα στο μισό».

Τρώω την πρώτη χυλόπιτα από το speed dating ως Αγγελική, καθηγήτρια Γαλλικών, και, όπως φάνηκε, και κακομαθημένη.

Ο επόμενος είναι και αυτός στην κατηγορία «μια χαρά παιδί». Κάθεται, είναι αμήχανος, πίνει την πορτοκαλάδα του, στραβοκαταπίνει. «Δεν πίνεις αλκοόλ;» τον ρωτάω. «Ποτέ εν ώρα εργασίας», λέει, «πρέπει να είμαι νηφάλιος» – ωραία που κάνει χιούμορ, όμως το νούμερο 35 σοβαρολογεί. «Είναι σημαντική η επιλογή συντρόφου. Αν έχεις πιει αλκοόλ, δεν είσαι στο εκατό τοις εκατό σου και μπορεί να πεις καμιά μπαρούφα, επειδή δεν είσαι νηφάλιος.» Χμ! Είναι χωρισμένος με δυο αγόρια, δυστυχώς δεν βγήκε ο γάμος. Η «έτσι του», έτσι λέει την πρώην του, βρήκε έναν άλλο και όχι μόνο τον βρήκε αλλά τον ακολούθησε στην Πάτρα και πήρε μαζί της και τ’ αγόρια του. Ο νούμερο 35 έχει έρθει πιο πολύ να πει τον πόνο του. Τη σέρνει την καταθλιψούλα του. Μου λέει ότι με βρίσκει όμορφη, ωστόσο μου το λέει σβησμένα, σαν να βλέπει μεν αλλά να μην έχει τη δύναμη να δράσει. Γιατί ήρθε εδώ σήμερα, το βασανιστικό ερώτημα που θέτω σε όλους. «Ξέρω κι εγώ, γιατί πρέπει να προχωρήσω, γιατί δεν αντέχω να γνωρίσω καμία, αλλά εδώ όλο και κάποια θα με θέλει». Σημειώνει στο χαρτί απρόθυμα ένα ν δίπλα στο όνομά μου. Τα πέντε λεπτά περνάνε, του λέω «καλή τύχη» και το εννοώ. Ο επόμενος είναι 39 χρονών, τον λένε Ευθύμη και είναι όνομα και πράγμα. Ο Ευθύμης είναι η έκπληξη της βραδιάς. Με βλέπει και μου κόβει μέτρα. «Τι κάνεις, είπαμε, εσύ εδώ;» με ρωτάει και μου κλέβει την ερώτηση. Πάω να μιλήσω και μου λέει «άσ’ το, ή είσαι εδώ για να κάνεις ρεπορτάζ ή σε έχει φέρει η μαντάμ Νίνα για δόλωμα. Γι’ αυτό έχουν πλακώσει όλοι αυτοί εδώ» μου λέει και μου δείχνει το αντρολίβαδο. Γελάω. «Είμαι άτυχη στους άντρες» λέω και κοιτάω ταβάνι. «Σιγά, βρε Ελενίτσα», λέει, «αν σε λένε και Ελένη, μην είσαι άτυχη. Αν εσύ είσαι άτυχη, τι να πουν κι αυτές εδώ μέσα. Και αν ήσουν άτυχη, εδώ τι ήρθες να κάνεις, την τύχη σου;» λέει γελώντας και μου δείχνει έναν που μοιάζει να τον χτύπησε χαλάζι. «Εσύ γιατί είσαι εδώ;» τον αιφνιδιάζω, για να ξεχάσει τα δικά μου. «Για τον χαβαλέ ήρθα, με τον κολλητό μου. Σκεφτήκαμε ότι θα έχει πλάκα και, να σου πω την αλήθεια, έχει». «Γιατί δεν κάνεις το ίδιο πράγμα σ’ ένα μπαρ» συνεχίζω εγώ να υπονομεύω το speed dating. «Γιατί εδώ υπάρχει το πλαίσιο “ήρθα και θέλω να κάνω γνωριμίες”, δεν έχεις τα ξινισμένα μούτρα της άλλης που πας να της μιλήσεις και είναι σαν να της σκότωσες τον πατέρα». Τα πέντε λεπτά περνάνε. Το έχω πια το βαριετέ μου και το ρεπορτάζ. «Καλή τύχη» μου λέει ο Ευθύμης. Του κλείνω το μάτι. Είναι ο speed dating γάτος, έξυπνος, με χιούμορ, μόνο για μια τέτοια περίπτωση οι λεύτερες αξίζει να το πιείτε ένα ποτάκι, καθώς ποτέ δεν ξέρεις τι γύρισμα θα σου κάνει η τύχη.

Η Μπάρμπαρα Κάρτλαντ τα ‘λεγε στα Άρλεκιν, εκεί έξω υπάρχει ένας τέλειος και για σένα, δεν προσδιόριζε, όμως, το πού. Η Νίνα τρελαίνεται που με βλέπει φουριόζα. «Μα, πού πας, θα έρθει ο διπλωμάτης. Τώρα μίλησα μαζί του» μου λέει και μου δείχνει το κινητό της. Της λέω ότι αν μείνω κι άλλο, σαν τη Σταχτοπούτα, θα γίνει κολοκύθα η άμαξα. «Μα, έλα, darling, έχω ακόμα δύο κυρίους που θέλουν να σε γνωρίσουν» μου λέει σε στυλ «παλιά μου τέχνη κόσκινο», όμως φεύγω και δεν κοιτάω πίσω κι έχω γίνει πιο speed και από τα speed datings.

Το ‘ζησα κι αυτό!

1016678_IMG_9918

Ο Ντίνος μου λέει ότι μ’ έκοψε με το που μπήκε και ζήτησε από τη Νίνα που τον ξέρει να του γνωρίσει εμένα, το δεκαεφτά και το τριάντα δύο, και να μην περάσει όλες τις ψόφιες.


Πηγή: www.lifo.gr

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Ψάχνοντας για speed dating, έπεσα στο σχετικό σου άρθρο και το διάβασα. Θα είχα την περιέργεια να μάθω εσύ που είσαι τόσο ξύπνια και σνομπάρεις τόσο πολύ όσους γνώρισες εκεί, τελικά αν είσαι με κάποιον άντρα και τι είναι αυτός, αλλά και τι κάνεις γενικότερα στη ζωή σου.
    Ευχαριστώ (ένας που δεν έχει καμία σχέση με αυτούς που γνώρισες εκεί και πιθανότητα με αυτούς που γνωρίζεις γενικότερα).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.