Η ιστορία της ζωής του Μιχάλη Αντ. Πρέκα – «Το Ημερολόγιο ενός Συριανού μπαρμπέρη..»

1106
Αυτό μπορεί και να ήταν το τελευταίο ξύρισμα, μετά από εκατοντάδες χιλιάδες ξυρίσματά του στην σταδιοδρομία του ως μπαρμπέρης …Και μακάρι το πρόσωπό μου να ήταν στήθος… Αυτό το τελευταίο ξύρισμα θα το κρέμαγα ως ανώτατο παράσημο τιμής“.
Πήρε τα τυπωμένα εξώφυλλα και τα εναπόθεσε πάνω στο φέρετρο σαν να εκτελούσε την τελευταία του επιθυμία.
Τον υπότιτλο του βιβλίου «Η Ιστορία της ζωής μου», τον είχε δώσει ο ίδιος ο Μιχάλης Αντωνίου Πρέκας μαζί με τα χειρόγραφά του στον γιο του Αντώνη Πρέκα, ο οποίος αντί επιλόγου άφησε την τελευταία πρόταση των χειρογράφων:
«Τώρα που τελειώνω αυτό το βιβλίο, θέλω να μάθω τι σημαίνουν οι λέξεις “αρχή του τέλους”. Αυτό φοβάμαι θα είναι το τέλος μου. Θέλω να πεθάνω σαν τη μάνα μου, που έφυγε όρθια σαν πουλάκι και δεν κούρασε κανένα της παιδί…».
Έτσι ο συριανός δημοσιογράφος – συγγραφέας  Αντώνης Πρέκας τύπωσε τις διηγήσεις διαφόρων περιστατικών της ζωής του πατέρα του σε βιβλίο με τίτλο: “Το Ημερολόγιο ενός Συριανού μπαρμπέρη”, που όμως – για μια εβδομάδα- δεν πρόλαβε να το δει, επειδή Αύγουστο μήνα δεν έβρισκε ανοιχτό βιβλιοδετείο και όταν το βιβλιοδέτησε εκείνος είχε φύγει.
Χαρακτηριστικό το υστερόγραφο του Αντώνη στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου: “Στις αρχές Ιουλίου του 2016 και ύστερα από παραμονή τριών και πλέον μηνών στο Νοσοκομείο «Γεννηματάς», ο πατέρας μου θα έφευγε για τη Σύρο. Το πρωί της μέρας που θα αναχωρούσε, με βλέπει αξύριστο –πάντα όταν με έβλεπε έτσι ήταν και παραμένει ο καημός του- και μου ζητάει να με ξυρίσει… Τα καταφέρνει επιτυχώς υποβασταζόμενος από την Έλσα τη γυναίκα μου ,υπό τα αγωνιώδη βλέμματα της μάνας μου και του ανιψιού μου του Γιάννη… Αυτό μπορεί και να ήταν το τελευταίο ξύρισμα, μετά από εκατοντάδες χιλιάδες ξυρίσματά του στην σταδιοδρομία του ως μπαρμπέρης …Και μακάρι το πρόσωπό μου να ήταν στήθος… Αυτό το τελευταίο ξύρισμα θα το κρέμαγα ως ανώτατο παράσημο τιμής“.
Ο Μιχάλης Αντ. Πρέκας έφυγε  από κοντά μας πριν από δυο περίπου μήνες αλλά στην μνήμη όλων έχει μείνει η εικόνα του με το μπαρμπέρικο στην περιοχή του “ΛΙΝΤΟ”.
 Το βιβλίο του, έτσι όπως περιγράφει ιστορίες της ζωής του με έντονη την αναδρομή στο παρελθόν, μοιάζει με τις ανασκαφές που βγάζουν στην επιφάνεια πολύτιμες αρχαιότητες. Ο τρόπος καταγραφής  από τότε που μικρός με το βαλιτσάκι στο χέρι πήγαινε “στα χωριά, στις φυλακές, στα σπίτια για τους γέρους και για τους αρρώστους“, η αναφορά του στα παιδιά του και η υπερηφάνεια του για την πρόοδο του Αντώνη μέχρι την ύστατη ώρα που αν και συνταξιούχος συνέχιζε στο κουρείο τη δουλειά του, σκιαγραφείται η νοοτροπία, αποδίδεται ο τρόπος της ομιλίας και απεικονίζεται η ηθογραφία της εποχής από το 1939  που γεννήθηκε μέχρι των ημερών μας.
Στον_πρόλογό του ο Αντώνης Πρέκας καταφέρνει να αντιμετωπίσει τον πόνο από τον πρόσφατο χαμό του πατέρα του  χωρίς να βουλιάξει στην άμετρη αγιογραφία και υμνολογία του παιδιού προς τον γονέα.
Αφήνει την γραφή του σχεδόν ανέγγιχτη και δίνει με σαφήνεια το στίγμα της ζωής ενός  ανθρώπου του μόχθου μπολιασμένου με το ήθος, την τιμιότητα, την εργατικότητα και την αξιοπρέπεια μιας εποχής που οι μεγαλύτεροι προλάβαμε:  O Mιχάλης ο Πρέκας είναι ο πατέρας μου. Ο μπαρμπέρης από τη Σύρο, που έκανε το πρώτο ταξίδι της ζωής του, το 1983, όταν ήταν 44 χρονών. Μέχρι τότε, ούτε σε βάρκα δεν είχε μπει – τον απέτρεπε από μικρό ο παππούς μου ο ψαράς, από φόβο μην αγαπήσει τη δική του την ταλαίπωρη δουλειά… Ούτε σε αυτοκίνητο δεν έμπαινε γιατί τον έπιανε ναυτία. Εμένα με γέννησε το 1960, δυο χρόνια μετά την αδελφή μου, την Άννα. Ποτέ του δεν μας έβρισε, δυο ξυλιές όλες κι όλες έχω φάει από τα χέρια του, στον πισινό. Η Άννα καμία…  Αλλά ούτε και ποτέ μας πήρε στην αγκαλιά του, ως παιδιά για να μας κανακέψει με γλυκόλογα. Μια ζωή στον πληθυντικό του μιλάω και θα του μιλάω, ακόμα και όταν γίνουμε…. συνομήλικοι, αν προφτάσω, δηλαδή, κάποτε εγώ να τα καταφέρω…  … Όπως αποδείχτηκε- επί της ουσίας τίποτα (στο μέτρο του δυνατού) δεν έμεινε μυστικό ανάμεσά μας … Εκτός  από ένα, που κι ατό μετά σχεδόν 40 χρόνια «αποκαλύφθηκε»… Ζύγωνα τα 50 , όταν έμαθα από τα ίδια του τα χείλη, πως στην τελευταία τάξη του δημοτικού, κατόπιν ενός περιφερειακού διαγωνισμού, είχα κερδίσει υποτροφία να σπουδάσω ως εσωτερικός μαθητής, στο Αμερικάνικο σχολείο «Ανατόλια» της Θεσσαλονίκης…  Όταν τον ενημέρωσαν, ως όφειλαν αρμοδίως, αρνήθηκε να με στείλει… Ζήτησε μάλιστα από όλους (δασκάλους, συγγενείς κ.λ.π.) να μου πούνε πως δεν πέτυχε, γιατί ήξερε πως αν το μάθαινα και με το κλάμα μου επέμενα να πάω, στο τέλος θα με έστελνε. Γιατί αρνήθηκε; «Για να μη γίνει πούστης…», είχε πει στη μάνα μου την Κατίνα. Μπορεί και για να βρεθεί κανείς να σκεφτεί πως δεν με έστειλε γιατί δεν μπορούσε να με σπουδάσει, με τις δικές του τις δυνάμεις…”
Έτσι, με τις διηγήσεις του  οδηγούμαστε στην εποχή όπου η μάχη για την  δικαιοσύνη γινόταν δάκρυ που μύριζε γιασεμί και η αδικία ζητούσε διέξοδο στο καθαρό κούτελο, στο ξάστερο βλέμμα, στο ευρύχωρο χαμόγελο, στον οικογενειάρχη άνθρωπο  του καθήκοντος. Τον δοτικό και τον αξιοπρεπή μιας Ελλάδας που είχε απαιτήσεις. Που ήθελε οι ρημαγμένες από την φτώχεια  ζωές να ξανακτίσουν ήθος, αρχές, αξίες, ελπίδες και όνειρα.
Για τον πατέρα του ο Αντώνης Πρέκας γράφει: “Πάντοτε είχε πολύ δουλειά, όμως άφηνε τους πελάτες του να τον πληρώνουν… κατά το δοκούν. Πολλούς  στο τέλος τους… δάνειζε κιόλας. Δούλευε ώρες ατέλειωτες…. Άρα τα οικογενειακά  εισοδήματα ήταν πάντα αντίστοιχα ως προς το εύρος  και το φόρτο της δουλειάς του. Το «Κατινάκι», η μάνα μου, πάντα γι’ αυτό  γκρίνιαζε και δικαίως. Μια μέρα τολμάω και του λέω: -Εντάξει εδώ που τα λέμε, δίκιο έχει. Εγώ δεν σας λέω να κλέβετε, αλλά γιατί δεν εισπράττετε αυτά που ορίζει ο νόμος. Με τη μισή δουλειά, θα είχατε τα ίδια κέρδη και με την ίδια τα διπλάσια.
– Άκου να δεις Αντώνη μου”, μου απαντάει. “Εγώ κάθε μήνα ξέρω τι ανάγκες έχω. Δεν με νοιάζει πόσες ώρες θα χρειαστεί να δουλέψω για να τις καλύψω… Δουλειά θέλω να έχω, για να τα βγάζω πέρα και δεν με νοιάζει πόσα παραπάνω χρήματα θα καταφέρω να κερδίσω…”
“Το ημερολόγιο ενός Συριανού μπαρμπέρη” στηρίζεται πάνω σε πραγματικά περιστατικά  και αποτυπώνει και στιγμές με ονόματα γνωστών Συριανών. Ανθρώπων της διπλανής μας πόρτας που απηχούν  στους ταλαίπωρους βιοπαλαιστές με το άδολο γέλιο και την καλή καρδιά όπου πάνω τους κεντήθηκε μια πολύτιμη προίκα και ένας πολιτισμός ο οποίος μας συγκινεί διότι επιμένει στο καλό, το δίκαιο και το ωραίο. Μας θυμίζει τους δικούς μας αγαπημένους νεκρούς. Γονείς, θείους και παππούδες οι οποίοι ακουμπούσαν πάνω στα ίδια χνάρια με αυτά του συγγραφέα.
Όπως στο σημείο όπου ο Μιχάλης Πρέκας δίνει συμβουλές στα παιδιά του: “..Το ξέρετε και οι δύο πως επιθυμία μου είναι να μείνετε αγαπημένοι, όπως εγώ ήθελα να είμαι με τις αδελφές μου αγαπημένος… γιατί η καλοσύνη πρέπει να είναι στο αίμα σου και για τους ξένους που έχω υπηρετήσει πενήντα έξη χρόνια..”
Με τον Συριανό μπαρμπέρη Μιχάλη Πρέκα έφυγε ένας ακόμη ήρωας μιας άλλης Ελλάδας . Εκείνης της οποίας οι βιοπαλαιστές κέρδιζαν τα δύσκολα με αξιοπρέπεια και ευγενική ολιγάρκεια και θα ζουν μέσα στην καρδιά μας για χάρη των επόμενων γενεών μαζί με όλους τους καθημερινούς ήρωες μιας γενιάς που πάλεψε για ένα κόσμο καλύτερο…
Ζωντανός μάρτυρας θα μείνουν τα σύνεργα του παραδοσιακού κουρείου του τα οποία θα συγκεντρωθούν  για να κοσμήσουν μια γωνιά του Βιομηχανικού Μουσείου Ερμούπολης.
Της Λίτσας Χαραλάμπους
http://95.216.7.85/~alithines

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.