«Ο κόσμος αλλάζει» – τόσο το καλύτερο!

1152

«Ο κόσμος τους καταρρέει. Ο δικός μας χτίζεται». Η δήλωση αυτή της προέδρου του Εθνικού Μετώπου Ζαν Μαρίν Λεπέν αναφορικά με την εκλογή Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ ήταν εκείνη που συγκράτησα περισσότερο από όλα όσα ακούστηκαν για το παράδοξο(;) της επικράτησης του λαϊκιστή μεγιστάνα Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο συστημικό «σιγουράκι» Χίλαρι Κλίντον. Τόσο ώστε να ανατριχιάζω κάθε που την ξαναφέρνω στο νου – η τελευταία φορά που ένιωσα έτσι ήτανε ύστερα από το χτύπημα στου Δίδυμους Πύργους, σημάδι επίσης ενός κόσμου που άλλαζε βιαστικά και βίαια, δίχως όμως να ακολουθεί το αισιόδοξο – και απολύτως ορθολογικό, όπως παρουσιαζόταν από τους εμπνευστές του – σενάριο περί ενός χιλιαστικού «τέλους της ιστορίας» στο οποίο, χάρη στην ευλογία της παγκοσμιοποιημένης (νεοφιλ)ελεύθερης αγοράς, θα τακιμιάζανε διαπαντός «ο μαρκήσιος Ντε Σαντ μ’ ένα χίπη / ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά / ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη / κι η παρθένα με τον σατανά» για να μνημονεύσω Σαββόπουλο, άσχετα που ποτέ δεν τρελαινόμουν με τη μούσα του.

«Ο κόσμος αλλάζει. Το νιώθω στο νερό, στη γη, το μυρίζω στον αέρα», λέει η πριγκίπισσα των Ξωτικών Γκαλάντριελ στον Άρχοντα των Δακτυλιδιών – βρίσκετε καμια ομοιότητα με τα λόγια της Λεπέν; Απλά η δεύτερη χαιρετίζει τον – εφιαλτικό για μας, ευλογημένο για εκείνη – «γενναίο νέο κόσμο» που είναι, υποτίθεται, καθ’ οδόν, ενώ η πρώτη προεικάζει το χειρότερο εφόσον ο Σκοτεινός Άρχοντας ξαναποκτά δύναμη. Υπόψη ότι το έπος του Τόλκιν ενέπνευσε και εμπνέει τόσο ελευθεριακούς όσο και φασίστες, εφόσον κάθε πλευρά το ερμηνεύει διαφορετικά. Είναι εξάλλου διαπιστωμένο ότι η συνθηματολογία που χρησιμοποιεί η απανταχού λαϊκή έως φασίζουσα δεξιά κοπιάρει ξεδιάντροπα (αφού βεβαίως την προσαρμόσει κατάλληλα) την αντίστοιχη αριστερή της δεκαετίας του ’60, ενθουσιάζοντας τους αφελείς και επιτείνοντας τη σύγχυση.

Τι συνέβη λοιπόν και από τη γενικευμένη ευφορία της περιόδου Ομπάμα – που, όσα λάθη ή ανακολουθίες και να του καταλογίσεις – ανάμεσά τους η αποτυχία του να αφρουγκαστεί τους «ξεχασμένους» της κοινωνίας που ιδιοποιήθηκε προεκλογικά ο Ντόναλντ Τραμπ και η αδυναμία να βάλει φρένο στην αστυνομική θηριωδία εναντίον κυρίως των ομοφύλων του -, παραμένει ένας από τους συμπαθέστερους και προοδευτικότερους Αμερικανούς προέδρους στα πλαίσια των δυνατοτήτων του. Καθιέρωσε μεταξύ άλλων ένα εθνικό σύστημα υγείας, προώθησε την αποποινικοποίηση της κάνναβης και τη θεσμοθέτηση του γκέι γάμου, τόλμησε ακόμα να αντιπαρατεθεί στο πανίσχυρο λόμπι της οπλοκατοχής, κάνοντας πολλούς να πιστέψουν ότι η γενιά του ’60 επιτέλους δικαιώνεται και θεσμικά. Πώς λοιπόν ύστερα από όλα αυτά οι Αμερικανοί προτίμησαν όχι τη «φυσική» του διάδοχο Χίλαρι αλλά τον εθνικιστή, ρατσιστή, κακόγουστο, δυσοίωνο αντίπαλό της;

Ο Τραμπ μπορεί να γυρίζει τα άντερα σε μας τους «απέξω», να φαντάζει περισσότερο επικίνδυνος «κλόουν» κι από τον Ρίγκαν αλλά ο τύπος ξέρει καλά τόσο από μπίζνες όσο κι από θέαμα όντας και δημοφιλής τηλεοπτικός παρουσιαστής παλιότερα, πράγματα που ειδικά στην Αμερική μετράνε πολύ.

Ακούω και διαβάζω αυτές τις μέρες δεκάδες αναλύσεις που οι περισσότερες έχουν τα δίκια τους. Ναι, η Χίλαρι είναι συστημικιά μέχρι τα μπούνια, ήταν μάλιστα σχεδόν εκνευριστική η σιγουριά της ίδιας, των διασημοτήτων που τη στήριζαν, των φιλικών της ΜΜΕ και του λοιπού φιλικά διακείμενου προς εκείνη «κατεστημένου» ότι ήτανε γραφτό να στεφθεί 45η πρόεδρος των ΗΠΑ. Φάνηκε επιπόλαιη, υπερφίαλη, υπέπεσε σε σφάλματα που την εξέθεσαν, η προεκλογική της εκστρατεία συχνά συναγωνίστηκε σε χυδαίο λαϊκισμό εκείνη του αντιπάλου της, δεν κατάφερε – το κυριότερο – να κερδίσει τον μέσο Αμερικανό βιοπαλαιστή, ούτε να συγκινήσει τη νεολαία – ίσως ο τάχα «υπερβολικά αριστερός» και «μη εκλέξιμος» Μπέρνι Σάντερς να τα κατάφερνε όντως καλύτερα: «Η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ δεν οφείλεται τόσο στην απήχηση των ιδεών του όσο στο ότι πολλοί Αμερικανοί είναι πραγματικά πολύ φτωχοί – και απελπισμένοι. Το μέσο μηνιαίο εισόδημα της πλειονότητας των συμπατριωτών μου είναι 500 δολάρια. Ένα σπάσιμο χεριού ή ένα αυτοκινητικό ατύχημα μπορεί να σε πετάξει κυριολεκτικά στον δρόμο. Δεν έχουμε πια μεσαία τάξη, έχουμε πολύ πλούσιους και πολύ φτωχούς. Κι αυτοί οι τελευταίοι, οι καταδικασμένοι να ζουν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, είναι πραγματικά θυμωμένοι. Έχω, δε, την αίσθηση ότι παρόμοιες καταστάσεις επικρατούν σε πολλά μέρη του πλανήτη…», μου έλεγε χαρακτηριστικά το καλοκαίρι σε συνέντευξή της η Λόρι Άντερσον. Γιατί βέβαια η σημερινή Αμερική μιας παγκοσμιοποιημένης κρίσης που ουσιαστικά δεν τερματίστηκε ποτέ, δεν ταυτίζεται ακριβώς με την «Πραγματωμένη Ουτοπία» που εξυμνούσε στα 90’s ο Μπροντιγιάρ.

Ναι, ο Τραμπ μπορεί να γυρίζει τα άντερα σε μας τους «απέξω», να φαντάζει περισσότερο επικίνδυνος «κλόουν» κι από τον Ρίγκαν αλλά ο τύπος ξέρει καλά τόσο από μπίζνες όσο κι από θέαμα όντας και δημοφιλής τηλεοπτικός παρουσιαστής παλιότερα, πράγματα που ειδικά στην Αμερική μετράνε πολύ. Η απλοϊκή, «χύμα», εντελώς πολιτικά μη-ορθή ρητορική του, ο προσεταιρισμός των (κυρίως) λευκών μη προνομιούχων που «σνόμπαραν» τόσο η Αριστερά όσο και η φιλελεύθερη Δεξιά, η «αντισυστημικότητα» στην οποία επιμελώς επένδυσε και η «αύρα» του αυτοδημιούργητου μέτρησαν τελικά περισσότερο από ό,τι εκτιμούσαν οι περισσότεροι πολιτικοί αναλυτές και οι εταιρίες δημοσκοπήσεων, που για μια ακόμα φορά τα τελευταία χρόνια πιάνονται χαμένοι στον κόσμο τους. Μα ποιος ζει στον κόσμο του σε καιρούς που η πληροφόρηση ξεχειλίζει από παντού, θα πει κάποιος. Έλα μου όμως που άλλο η πληροφόρηση, άλλο η γνώση – η δεύτερη για να αποκτηθεί θέλει διαρκή επαφή και ζύμωση με την καθημερινότητα των πολλών, όχι εκ του ασφαλούς σερφάρισμα μέσα σε κάποιον γυάλινο πύργο από όπου βγαίνει κανείς μόνο για να πάει στο αυστηρά φυλασσόμενο συγκρότημα πολυτελών κατοικιών όπου διαμένει, με την κοινωνικοποίησή του να περιορίζεται στο shopping therapy, τα εξωτικά ταξίδια και τα κοσμικά events. Έπειτα, πόσο να συμμεριστείς την ανεργία και την ανέχεια όταν εσύ έχεις λύσει – με θεμιτά ή/και αθέμιτα μέσα – το βιοτικό σου πρόβλημα για τρεις γενιές και πόσο να ανεχθούν όσοι δεν τα κατάφεραν εξίσου καλά να τους ψέγεις στομφωδώς από καθέδρας σαν «άξιους της μοίρας τους»;

1092148_10360278-marine-le-pen-sur-cnn-elle-prefere-encore-donald-trump-a-hillary-clinton

«Ο κόσμος τους καταρρέει. Ο δικός μας χτίζεται» δήλωσε η πρόεδρος του Εθνικού Μετώπου Ζαν Μαρίν Λεπέν αναφορικά με την εκλογή Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ.


Είναι κοντολογίς το ίδιο ζήτημα που προέκυψε με το Brexit, με ένα πιθανό μελλοντικό Frexit αν η Λεπέν στογγυλοκαθήσει στα Ηλύσια Πεδία, εν μέρει και με το «δικό μας» περσινό δημοψήφισμα: κάποιες δήθεν πάνσοφες, διεθνοποιημένες και αλληλοδιαπλεκόμενες ελίτ που ομνύουν στην ΤΙΝΑ και τα διάφορα «Μέτωπα της Λογικής» είναι πεπεισμένες ότι κρατάνε τον παπά από τα αμελέτητα κι ότι τα συμφέροντά τους ταυτίζονται de facto και a priori με των πολλών, παθαίνουν δε «κοκομπλόκο» όταν διαπιστώνουν ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Η ιδεοληψία ότι τα κέρδη είναι πάνω από τους ανθρώπους, ότι το «αόρατο χέρι» της αγοράς θα λύσει τα πάντα ως διά μαγείας αρκεί να αφεθεί τελείως ασύδοτο, έχει αποδειχθεί αέρας κοπανιστός. Έπειτα, αν ο «παραδοσιακός» καπιταλισμός ήταν ανέκαθεν μια υπόθεση πλουτισμού για λίγους (άσχετα αν «από σπόντα» τύχαινε να επωφεληθούν περισσότεροι), ο παγκοσμιοποιημένος νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός-καζίνο «κάνει μάγκες» ακόμα λιγότερους κι από το 1%. Αυτό ίσως αποδειχθεί η Αχίλλειος πτέρνα του Ντόναλντ – δεν μπορείς να παίξεις στο σύγχρονο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό παιχνίδι αν επενδύεις στην απομονωτικότητα και τον προστατευτισμό, αυτά χαρακτηρίζουν είτε ένα υπερσυγκεντρωτικό σοσιαλίζον μοντέλο όπως η βορειοκορεάτικη «αυτάρκεια» είτε ένα πούρο εθνικοσοσιαλιστικό σαν της χιτλερικής Γερμανίας, “μαγιά” της οποίας ήταν το πολυπληθές λούμπεν προλεταριάτο που είχε δημιουργήσει η χρόνια ανεργία)

Επιπλέον, η θέση των ΗΠΑ ως αδιαμφισβήτητης οικονομικής υπερδύναμης ξεφτίζει διαρκώς, οι Ασιάτες το κάνουν όλο και καλύτερα, όπερ σημαίνει ότι οι υποσχέσεις του «Τραμπάκουλα» ότι θα φέρει τις δουλειές και τα εργοστάσια πίσω στην Αμερική είναι σκέτα κουραφέξαλα. Ποια πολυεθνική θα δώσει π.χ. μεροκάματο 40 δολάρια στον Αμερικανό εργάτη όταν κάνει τη δουλειά της δίνοντας 4 σε έναν Μπαγκλαντεσιανό, που κι αυτά μπορεί να τα γλιτώσει αν τη θέση του τελευταίου προσλάβει αύριο ένα ρομπότ; Δεν είναι φυσικά κάτι που αφορά μόνο τις ΗΠΑ, η νέα οικονομική τάξη πραγμάτων είναι διεθνής, το ίδιο και τα προβλήματά της κι αυτό είναι που, σε συνδυασμό με την αδυναμία ή ανικανότητα της σύγχρονης Αριστεράς να εμπνεύσει εκμεταλλεύονται οι διάφοροι Τραμπ, Λεπέν, Όρμπαν και Φάρατζ, παρότι ούτε εκείνοι διαθέτουν κάποια ρεαλιστική – για τα δικά τους, έστω, δεδομένα – απάντηση στο «διά ταύτα»: Όχι, δεν φταίει το σύστημα, φταίει ο ξένος, ο διαφορετικός, οι «μοντέρνες ιδέες» που υπονομεύουν τα ιερά και τα όσια μας, οι παγκόσμιοι συνωμότες που επιβουλεύονται το φτωχό πλην τίμιο μικρό μας σπίτι στο λιβάδι κ.λπ. Ο λαϊκισμός βλέπεις, ανεξαρτήτως πολιτικού προσήμου, πάντα βρίσκει τρόπο να πουλάει κι ας είναι «Κυριακής χαρά, Δευτέρας λύπη».

Μεγάλη όμως είναι και η ανησυχία στο πεδίο των δικαιωμάτων και των ελευθεριών, των οποίων οι ΗΠΑ παρουσιάζονταν μέχρι τώρα – άλλοτε δίκαια, άλλοτε υποκριτικά – σαν παγκόσμιοι θεματοφύλακες. Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα προβεί καθαρά και εντελώς απενοχοποιημένα σε μισογύνικες, ομοφοβικές και αντιμεταναστευτικές-ρατσιστικές δηλώσεις (άσχετα που στην πορεία τις «μάζεψε» αρκετά), ενώ είναι δεδομένη η «αλλεργία» των φανατικών του οπαδών σε οτιδήποτε δικαιώματα ή θετικές διακρίσεις τυχόν απολαμβάνουν μετανάστες, έγχρωμοι, γκέι, χρήστες ουσιών κ.λπ. μειονότητες, δικαιώματα και διακρίσεις που η κλασική ακροδεξιά προπαγάνδα θέλει να «αφαιρούνται» αντίστοιχα από την καθώς πρέπει λευκή πλειοψηφία, τους «νοικοκυραίους της διπλανής πόρτας» οι οποίοι εμφανίζονται ως εκ τούτου πεπεισμένοι ότι αυτοί, η «ψυχή του έθνους» τους είναι σήμερα οι ορίτζιναλ «της Γης οι κολασμένοι» – κάτι παρεμφερές με το χρυσαυγίτικο «πρώτα οι Έλληνες» που γίνεται κατά περίπτωση «πρώτα οι Γάλλοι, οι Ούγγροι, οι Άγγλοι» κ.ο.κ. κι ας είναι φούμαρα αυτή η «πρωτιά». Απογοητευτική ή ακριβέστερα επικίνδυνη είναι, επιπλέον, η άποψή του για την κλιματική αλλαγή, την οποία αμφισβητεί εκ βάθρων. Μην ξεχνάμε έπειτα πως ό,τι συμβαίνει στην Αμερική εξακολουθεί να επηρεάζει τον πλανήτη ολόκληρο, για το καλύτερο ή το χειρότερο. Μια Αμερική που κατά τον πρόεδρο Λίνκολν «δεν θα καταστραφεί ποτέ από κάποια εξωτερική αιτία… αν παραστρατήσουμε και χάσουμε τις ελευθερίες μας, αυτό θα συμβεί επειδή οι ίδιοι καταστρέψαμε εαυτούς».

«Πίσω ολοταχώς», λοιπόν; Έτσι φαίνεται, αν βέβαια το επιτρέψει ο «συνήθης ύποπτος», εκείνος δηλαδή ο αστάθμητος παράγοντας που ανέκαθεν πονοκεφάλιαζε τους απανταχού ισχυρούς: ο συνειδητοποιημένος πολίτης. Αυτός-ή είναι που μπορεί ατομικά και συλλογικά να βάλει «φρένο» στον παραλογισμό, την οπισθοδρόμηση και τη βαρβαρότητα, ακόμα και να αλλάξει τον ρου της ιστορίας. Υπάρχει έπειτα μια ισχυρή φιλελεύθερη παράδοση που λειτουργεί ως αντίρροπη δύναμη στις σκοταδιστικές εξάρσεις. Ήδη γίνεται λόγος για «βαθύ διχασμό» του αμερικανικού λαού, ενώ οργισμένοι νεολαίοι στις ΗΠΑ διαδηλώνουν κατά της εκλογής Τραμπ, φωνάζοντας “not our President!”. Δεν πρόκειται να τον ρίξουν έτσι φυσικά, είναι όμως μια αντίδραση υγιής και ενδεικτική ότι ανέκαθεν υπήρχαν δύο Αμερικές, η προοδευτική και η αντιδραστική, ότι ο Αμερικανικός Εμφύλιος δεν σταμάτησε ουσιαστικά ποτέ, άλλαζε απλά μορφές – με δεδομένες τις ακραίες διαφορές νοοτροπίας και αντίληψης δεν αποκλείεται, οπότε, να έχουμε έναν νέο «εμφύλιο» στη λεγόμενη Χώρα της Ελευθερίας όπως και την πολυτάραχη δεκαετία του ’60. Είναι έπειτα διαπιστωμένο από την αρχαιότητα ότι η ιστορική εξέλιξη δεν είναι μονόδρομος, ότι περιόδους ελευθερίας, πολιτισμού και προόδου διαδέχονται περίοδοι πισωγυρίσματος και σκοταδισμού, εντελώς απρόβλεπτα κάποιες φορές. Είναι άραγε «στη φύση μας» το διαρκές φλερτ με την αυτοκαταστροφή, είναι εξελικτική «ντιρεκτίβα» η αέναη αυτή διαπάλη; Είμαστε οι απλοί άνθρωποι «πιόνια» μιας ανελέητης ατραπού; Ας αφήσουμε όμως για καμια παραλία ή βουνοκορφή τα φιλοσοφικά και μεταφυσικά ερωτήματα οι πιο ευαίσθητοι κι ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε στην πράξη. Κι εκείνο είναι να συνεχίσουμε επίμονα να χτίζουμε κάθε φορά από την αρχή, αν χρειάζεται, τον πιο ελεύθερο, πιο συντροφικό, πιο δίκαιο, πιο ανεκτικό εκείνο κόσμο που οραματιζόμαστε, να αποδείξουμε ότι στο τέλος δεν θα είναι ο δικός μας κόσμος που θα καταρρεύσει, όπως καυχιέται η Ζαν Μαρίν, o Τραμπ και οι ομοϊδεάτες τους, αλλά ο δικός τους. Έτσι, για το γαμώ το.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Μαθήτευσε στο Εργαστήρι Δημοσιογραφίας και το αθηναϊκό underground press. Ως επαγγελματίας γραφιάς συνεργάστηκε μεταξύ άλλων με τις εκδόσεις Τερζόπουλος, τον ΔΟΛ, την Ελευθεροτυπία, το free press Metropolis, τα περιοδικά 01, 10% και Υποβρύχιο. Aρθρογραφεί τακτικά στην έντυπη και την ηλεκτρονική Lifo. Έχει επίσης ασχοληθεί με επιμέλειες κειμένων και εκδόσεων.

Πηγή: www.lifo.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.