Απο τις Πρώτες Καπνοβιομηχανίες Στην Ευρώπη

2160

 

Όταν ιδρύονταν καπνεργοστάσια στην Σάμο την Σύρο και την Νάξο. Η συμμετοχή τους στην οικονομική ζωή της Ελλάδας και η επιρροή τους στην διακίνηση του καπνού και του τσιγάρου στον υπόλοιπο κόσμο.

15355790_922292111238449_3533718213266498060_n

Καπνεργοστάσια Υπήρξαν Επίσης Και στην Νάξο με Ναξιώτικα Καπνά.
Η δε Σύρος διέθετε εργοστάσιο συσκευασίας τσιγάρων.
«Έχει την πικρότητα από το δηλητήριο της έχιδνας και τη γλυκύτητα από το σίελο του προφήτη Μωάμεθ».
Αυτή την πικρότητα και τη γλυκύτητα του καπνού γεύτηκε η Σάμος για εκατό περίπου χρόνια.
Καπνοβιομηχανία Σάμου για εκατό χρόνια περίπου η οικονομική ζωή της αλλά μαζί μ’ αυτή και η κοινωνική της ζωή, συνδέθηκε άρρηκτα με το προϊόν που λέγεται καπνός, και μάλιστα μ’ όλες τις φάσεις του: δηλαδή καλλιέργεια, παραγωγή, επεξεργασία, εμπόριο, καπνοβιομηχανία, εξαγωγή.
15356506_922292147905112_7609656475518582181_n
Στα τέλη του προηγούμενου αιώνα η φυλλοξήρα κατέστρεψε τα περισσότερα αμπέλια της Σάμου κι έτσι ο γεωργικός πληθυσμός της βρέθηκε σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, αφού το κρασί ήταν το κυρίαρχο προϊόν. Οι Σαμιώτες ψάχνουν τότε να βρουν λύσεις να επιβιώσουν με διάφορα άλλα προϊόντα. Είναι χαρακτηριστικό ότι τοπικές εφημερίδες της εποχής φιλοξενούν άρθρα στα οποία προτείνονται διάφοροι τρόποι για να ζήσουν (ζώα, λαχανικά, κουκούλια, μέλισσες, δαμάσκηνα, κ.ά.).

Συγχρόνως όμως αρχίζει δειλά δειλά η καλλιέργεια του καπνού, που σαν μονοετές φυτό δίνει γρήγορα παραγωγή και χρήματα.
Στο βιβλίο του Μανώλη Νικολαΐδη αναφέρεται πως ο Αλέξανδρος Πασχάλης μπορεί να θεωρηθεί ότι γύρω στο 1880 άρχισε μια πρώτη καλλιέργεια καπνού για τον εαυτό του, δηλαδή για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων σ’ ένα μικρό μαγαζί που είχε κάπου στο κέντρο της πόλης μας. Η δουλειά φαίνεται πως πήγε καλά και η καλλιέργεια καπνού άρχισε να διαδίδεται.
15350657_922292441238416_7340354232391893002_n
Με κυρίαρχο τον Αλέξανδρο Πασχάλη, γνωστό βέβαια σαν μεγάλο ευεργέτη της Σάμου αργότερα, αναπτύχθηκε η επεξεργασία του καπνού, με αποτέλεσμα να παράγονται χειροποίητα τσιγάρα και να έχουμε κάθετη, όπως λέμε σήμερα, εκμετάλλευση του προϊόντος. Τον Σεπτέμβριο του 1905 τοποθετείται ο θεμέλιος λίθος, δίπλα στο Τελωνείο, του σιγαροβιομηχανικού κτιρίου Πασχάλη. Συγχρόνως αναπτύσσονται οι σιγαροβιομηχανίες των αδελφών Καραθανάση στα γνωστά κτίρια πίσω από τον Άγιο Νικόλαο. Από το 1895 αναφέρεται το καπνεργοστάσιο Κ. Στεφάνου, ως προμηθευτή της Α.Β.Τ. του διαδόχου Κωνσταντίνου (κοντά στο σημερινό γηροκομείο).
15380594_922292401238420_7575415741885495693_n
Η παλιά καπναποθήκη Επίσης αναφέρεται ο εργοστασιάρχης Κ. Παπαδόπουλος με εγκαταστάσεις στο πρώην εργοστάσιο Κ. Γιοκαρίνη, ο Εμμανουήλ Βαφειάδης «εντός της Κεντρικής Πλατείας και άνωθεν καφενείου Μανιάτου», στον δε τοπικόν τύπο τον Οκτώβριο του 1905 υπάρχει ανακοίνωση για σύσταση Εμπορικής Ομόρρυθμης Εταιρείας Δ. Σούτος και Υιοί «ασχοληθησομένην εις τα καπνά και παν είδος εμπορικής επιχειρήσεως». Επίσης αναφέρονται τα σιγαρέτα και τα καπνά Περδίκη.
Επειδή το λιμάνι της Σάμου ήταν κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου, με ηγεμονικό καθεστώς βέβαια, μεγάλος αριθμός πλοίων περνούσε από εκεί. Με τα πλοία αυτά το σαμιώτικο τσιγάρο έφτασε κυριολεκτικά σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης (Ευρώπη, Αμερική, Άπω Ανατολή, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία).
Η καπνοκαλλιέργεια στη Σάμο αναπτύσσεται αλλά ενισχύεται και με εισαγωγή καπνών από περιοχές της Μ. Ασίας και μακρύτερα (ο Στέφανος Στεφάνου το 1905 έφερε περσικά τουμπέκια σε σάκους). Η οικονομική ακμή του τόπου είναι μεγάλη. Όμως η καπνοβιομηχανία αναπτύσσεται παγκόσμια με άλματα, εκβιομηχανίζεται. Η Σάμος δεν μπορεί να ακολουθήσει. Τα προβλήματα της μεταφοράς και ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος χειροτερεύουν την κατάσταση. Η σαμιακή σιδηροβιομηχανία σιγά σιγά καταρρέει.
Έτσι ενώ η καπνοκαλλιέργεια είχε αναπτυχθεί πολύ, οι σιγαροβιομηχανίες άρχισαν να μην μπορούν να απορροφήσουν τις ποσότητες που έβγαζαν οι γεωργοί.
Έκαναν τότε την εμφάνισή τους διάφορα μικρά καπνομάγαζα, όπως συνηθίστηκε να λέγονται, διάφορων μικρών καπνεμπόρων όπως του Μεταξά, του Γ. Χαρίτσου, του Λάμπρου Τσακμάκα, του Στέλιου Βασιλειά, του Δημήτρη Χατζησπύρου, του Γ. Σειρλή και άλλων στο Βαθύ αλλά και στους Μυτιληνιούς και στο Κοκκάρι.
15283989_922292261238434_3533350539612383499_n
Αυτοί οι μικροκαπνέμποροι αγοράζουν από τους παραγωγούς δέματα καπνού, δηλ. τα αποξηραμένα φύλλα της καπνουλιάς σε αρμαθοδέματα, τα επεξεργάζονται εμπορικά, δηλαδή κάνουν δέματα με διαλογή των φύλλων κατά ποιότητα ή μέγεθος και τα μεταπωλούν σε μεγαλέμπορους εκτός Σάμου καθώς και σε γραφεία ξένων εταιρειών που εδρεύουν στο νησί.
Ο καπνός πια σαν εμπορικό δέμα ταξιδεύει έξω από τη Σάμο για να πάει στις ήδη μεγάλες σιγαροβιομηχανίες του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, της Καβάλας αλλά και του εξωτερικού. Ο καπνός και πάλι στη Σάμο κάνει τον κύκλο του και απασχολεί σαν καλλιέργεια ολόκληρο το δυναμικό της αγροτικής οικογένειας αλλά και αρκετό εργατικό προσωπικό στα πολλά μικρά καπνομάγαζα.
Στο τέλος της δεκαετίας του 1910 εμφανίζεται δυναμικά ένας μικρόσωμος δημοδιδάσκαλος, ο Γεώργιος Δ. Σούτος.
Γίνεται αντιπρόσωπος της Αμερικανικής Εταιρείας καπνών «Glenn Tobacco Company”, που συνεχίζει να υπάρχει μέχρι σήμερα, με την επωνυμία «Reinolds Tobacco Company και η οποία παράγει τα γνωστά τσιγάρα Camel Winston Salem κ.ά. Πρώτο του γραφείο-μαγαζί το κτίριο που στεγάζεται σήμερα η Εμπορική Τράπεζα, με σημερινή ιδιοκτήτρια την κ. Βάνθα Μαύρου, κόρη του Γεωργίου Σούτου.
15390688_922292301238430_7508124481245806018_n
Η Μικρασιατική Καταστροφή φέρνει στο νησί χιλιάδες πρόσφυγες αλλά και μεγάλες ξένες καπνεμπορικές εταιρείες από τη Σμύρνη. Το προσφυγικό στοιχείο, δυναμικό και έμπειρο, μπαίνει στην καπνοκαλλιέργεια αλλά και στην εμπορική επεξεργασία του καπνού.

Η Σάμος καθιερώνεται σαν κέντρο επεξεργασίας καπνού και κτίζονται μεγάλες καπναποθήκες. Ο τοπικός τύπος, στις 30 Ιουλίου 1923, αναφέρει: «τελειώνουν αι αποθήκαι καπνών που ανεγείρουν αι δύο μεγάλαι αμερικανικαί εταιρείαι. Αρχίζει και η ανέγερση τρίτης αποθήκης αδελφών Δ. Σούτου. Εις τας αποθήκας ταύτας θα γίνεται επεξεργασία χιλιάδων δεμάτων καπνού παραγομένων ενταύθα ή μεταφερομένων εξ άλλων μερών. Το πράγμα είναι ευχάριστον διά τον τόπον μας, ο οποίος έχει να αποκομίσει μεγάλα οφέλη».
Στο τέλος του 1923 τελειώνει η μεγάλη καπναποθήκη, κοντά στο Δικαστήριο, του παγκοσμίου φήμης καπνεμπορικού οίκου «Herman Spierer». «Μέγεθος, στερεότητα, ευρυθμία, πλούτος υλικών, ευκολίας, είναι περηφανές κτίριον δι’ ολόκληρον την ανατολήν. Απέραντοι αίθουσες όπου μπορούν να εργασθούν άνω των 500 κορασίων», σημειώνει η εφημερίδα Αιγαίον της εποχής. Αρχιτέκτονας της αποθήκης ο Γάλλος Ντιπρέ.
Την ίδια εποχή τελειώνει και η καπναποθήκη Αφων Λουί-Μαρκ κοντά στο Β’ Γυμνάσιο, που είναι το γνωστό κτίριο, το οποίο έγινε στη διάρκεια του πολέμου φυλακή και τόπος βασανισμού των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης. Έκτοτε και μέχρι σήμερα παραμένει κατεστραμμένο. Το ίδιο και οι μικρότερες αποθήκες Νικολαρεΐζη και Συνεφιά.
Αρχές του 1924 ανεγείρεται στην Τερψιθέα καπναποθήκη εκ των μεγαλυτέρων, με πέντε ορόφους, των αδελφών Σούτου, με εισαγωγή ξυλείας από Τεργέστη και Τσεχοσλοβακία, σε μεγάλη ποσότητα, απευθείας στη Σάμο, της οποίας το περίσσευμα από τις αποθήκες γίνεται και αντικείμενο εμπορίου. Είναι η περίοδος κατά την οποία εργάζονται στο Βαθύ της Σάμου σε οκτάμηνη βάση πάνω από 2000 κορίτσια (καπνεργάτριες) και σε συνεχή εργασία πάνω από 500 άνδρες (στιβαδόροι, κ.ά.). Η παραγωγή της Σάμου την εποχή αυτή ξεπερνάει κάθε χρόνο το ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες οκάδες, με εισόδημα παραγωγών να ξεπερνάει τα 150.000.000 δραχμές της εποχής εκείνης. Επιπλέον χρήματα εισρέουν και από την επεξεργασία.
Ιδρύεται ο Καπνεμπορικός Σύλλογος Σάμου που γίνεται κυριότατος πλουτοπαραγωγικός παράγοντας. Στον τομέα των κοινωνικών ασφαλίσεων πρωτοπορεί το Ταμείο Ασφαλίσεως Καπνεργατών (ΤΑΚ). Δημιουργούνται σύλλογοι, καπνεργατών που γίνονται οδηγοί του συνδικαλιστικού κινήματος των εργαζομένων. Στον τοπικό τύπο το 1924 δημοσιεύεται διαμαρτυρία Σαμιώτη της Αμερικής ότι τα εργοστάσια «Reynolds» στο «WinstonSalem» που παράγουν 100.000.000 τσιγάρα την ημέρα και εισάγουν μεγάλες ποσότητες καπνών από τη Σάμο, κύρια από το καπνεργοστάσιο του Σούτου, τα λένε «τουρκικά» και όχι «ελληνικά».
Έρχονται καπνά πάλι και από άλλα μέρη της Ελλάδας. Στον τοπικό τύπο δημοσιεύεται αγγελία ότι το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στη Χίο βγάζει σε πλειστηριασμό 100.000 οκάδες καπνού του καπνέμπορου Στυλιανού Σάλταρη, πράγμα που δείχνει το ενδιαφέρον να αγοραστούν τα καπνά στη Σάμο. Η ακμή είναι μεγάλη, η δραστηριότητα των καπναποθηκών ενισχύει όλες τις άλλες δραστηριότητες (εμπορικές, επαγγελματικές, εκπαιδευτικές, καλλιτεχνικές, αθλητικές). Το πρωί και το βράδυ, γέμιζαν οι δρόμοι του Βαθιού από εργατόκοσμο, που πήγαινε ή έρχονταν από τις δουλειές του. Τα κάθε είδους μαγαζιά γεμάτα. Οι δρόμοι αδιάκοπα πλημμυρισμένοι από κόσμο, οι γειτονιές ζωντανές και πολυάνθρωπες. Ένιωθες παντού γύρω σου τη ζωή, τη δράση, τη ζωντάνια. Τα παραλιακά ουζάδικα, τα ζαχαροπλαστεία της πλατείας, τα ταβερνάκια που άρχιζαν από το Καλάμι και τέλειωναν στο Μαλαγάρι. Ακόμα και ο κόλπος του Βαθιού ήταν γεμάτος από κάθε λογής βάρκες, με πανιά ή με κουπιά, άλλες που έκαναν συγκοινωνία με κόμιστρο, Μουράγιο-Μαλαγάρι.«
«Άλλες που κυκλοφορούσαν για την ψυχαγωγία των ιδιοκτητών και των φίλων τους. Yπήρχαν ακόμα οι βάρκες λιμουζίνες των πλουσίων, με έμμισθους καπεταναίους. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων ήταν ένα: μέσα απ’ αυτές αντηχούσαν τραγούδια, κιθάρες, γέλια, χαρές. Το Βαθύ ήταν πράγματι μια χαρούμενη, ευτυχισμένη και πολιτισμένη πόλη».
Στις 18-1-1937 εκδίδεται οικοδομική άδεια για ανέγερση αποθήκης πενταώροφης ιδιοκτησίας Γ. Σούτου. Είναι η δεύτερη από τις δύο δίδυμες, καθώς και το πίσω παράρτημα, που κατασκευάζονται πια με οπλισμένο σκυρόδεμα, πρωτοπόρο για την εποχή του στο Αιγαίο κτίριο, οπότε και ο καπνέμπορος αυτός γίνεται ο μεγάλος κυρίαρχος του παιχνιδιού.
Συγχρόνως με την οικοδομική άδεια της 27-5-1937 ανεγείρεται αποθήκη ημιτετραώροφη, ιδιοκτησίας Χριστόδουλου Σούτου, αδελφού του προηγούμενου (σήμερα ξενοδοχείο στην πλατεία Αγ. Νικολάου). Η μεγάλη αυτή ακμή όμως έχει και τα προβλήματά της. Στον τοπικό τύπο βλέπει κανείς και την άλλη πλευρά του νομίσματος: 10 Νοεμβρίου 1923: οι καπνέμποροι δίνουν τιμή 80 δρχ. την οκά, οι γεωργοί δεν πουλάνε, περιμένοντας καλύτερη τιμή. Στο μεθεπόμενο φύλλο της εφημερίδας αναφέρεται ότι η αγορά άρχισε μ’ αυτή την τιμή. Οι αγρότες υπέκυψαν στους δυνατούς καπνεμπόρους, αφού έπρεπε να πληρώσουν το τεφτέρι του μπακάλη, να ζήσουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους.
14 Οκτωβρίου 1924: «η απραξία επί των καπνών κρατεί εις στενόχωρον θέσιν όχι μόνον τους γεωργούς, αλλά και όλας τας κοινωνικάς τάξεις, δεδομένου ότι εκ της πωλήσεως κομίζονται τα μεγαλύτερα χρηματικά ποσά εις τον τόπον μας».
Σε άλλο φύλλο εφημερίδας το 1925 αναφέρεται: «Η 10ωρη εργασία των εργατών και εργατριών καπνού δημιουργεί κρούσματα φυματίωσης -αμείβονται ανεπαρκώς- ημερομίσθια 7-12 δραχμές• τρώνε ψωμί και ελιά και στη βαριά αυτή εργασία φθείρουν την υγείαν των».
Παραμονή Πρωτοχρονιάς 1930: Ο καπνέμπορος Σούτος πηγαίνει με τα πόδια από το λιμάνι στο σπίτι του που βρίσκεται στη θέση που είναι σήμερα το εστιατόριο Κούρος. Από το σπίτι Πλουμά αρχίζει κι από τις δυο πλευρές του δρόμου μια αλυσίδα ανθρώπων που τον περιμένουν για να τους δώσει χαρτζιλίκι για τις γιορτές. Ο νεαρός τότε πατέρας μου, με μια τσάντα στο χέρι, δίνει χαρτονομίσματα στο Σούτο, ο οποίος τα μοιράζει στους φτωχούς αυτούς συμπατριώτες μας. Μπροστά στο σπίτι του τον περιμένει η ορχήστρα «Καλτάκηδες», οι οποίοι του παίζουν τα κάλαντα και στη συνέχεια τον ύμνο του Βενιζέλου. Ο Σούτος ενθουσιάζεται και φωνάζει: «Αλέξανδρε, δώσε όλα τα υπόλοιπα λεφτά στα παιδιά». Αυτό γινόταν κάθε χρόνο.
Και ήρθε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Τα καπνοχώραφα έγιναν κτήματα με είδη διατροφής για να αντιμετωπιστεί η πείνα. Στη συνέχεια ο Εμφύλιος. Γύρω στο 1950 η παραγωγή των καπνών έχει πέσει στο 15% της προπολεμικής. Όμως το αντικείμενο συνεχίζει την πορεία του. Κάθε χρόνο τον Δεκέμβριο έρχεται στο λιμάνι ένα μεγάλο αμερικάνικο λίμπερτι και φορτώνει δέματα καπνού. Για μια βδομάδα επιστρατεύονται κάρα, φορτηγά της εποχής και μαούνες που τα μεταφέρουν από την αποβάθρα στο βαπόρι που στέκεται φυσικά αρόδο. Οι καπνεργάτες και οι καπνεργάτριες κύρια από τα Προσφυγικά, από το Άνω Βαθύ, το Παλιόκαστρο αλλά και άλλα κοντινά χωριά, δουλεύουν έξι μήνες το χρόνο. Στα καλύβια των εξοχών το κιίντισμα των φύλλων καπνού πάει κι έρχεται. Οι μεσίτες Οκτώβριο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο, γυρίζουν τα χωριά για να κάνουν τις αγορές των καπνών. Στην καπναποθήκη Σούτου δουλεύουν και 400 άτομα.
Όμως η πορεία είναι πτωτική. Η Σάμος αδειάζει από το μεγαλύτερο μέρος του ενεργού πληθυσμού. Μέχρι το 1960 το ενδιαφέρον υπάρχει ακόμα. Εξακολουθούν να μεταφέρονται καπνά για επεξεργασία από τη Χίο και τη Μυτιλήνη στη Σάμο. Εκτός από το καπνεμπόριο Σούτου, δουλεύουν για λίγο στη Σάμο και οι εταιρείες της Θεσσαλονίκης «Βοεβόδας» και «Αυστροελληνική».
Δεκαετία του 1960. Τα καπνά στη Σάμο σβήνουν. Οι εργαζόμενοι, μεγάλοι πια, συνταξιοδοτούνται ή εγκαταλείπουν το επάγγελμα. Οι αποθήκες, οι μεγαλοπρεπείς καπναποθήκες του μεσοπολέμου, αρχίζουν να ερειπώνονται.
15439789_922292171238443_1981527872219874262_n

Η παραγωγή καπνού υπήρχε στη Νάξο από παλαιότερα αλλά σε μικρή κλίμακα , πρωτεργάτης αυτής της προσπάθειας εμφανίζεται το 1907 ο Δημήτριος Παλαιολόγος ο οποίος και προσπαθεί να πέρα από την παραγωγή να επεκταθεί στην επεξεργασία και την προώθηση του καπνού , ενώ υπήρχε και μικρό καπνεργοστάσιο του δημοσίου στην Χώρα της Νάξου .
Ο Δημήτριος Παλαιολόγος εργαζόμενος νυχθημερόν με μόχθο και κόπο , με μεγάλες δαπάνες και έξοδα μόνος του και με παραδειγματική υπομονή κατόρθωσε να παραγάγει καπνό ο οποίος θα επισκιάσει τους περίφημους καπνούς Τουρκίας και Ελλάδος λόγω των σπανιότατων πλεονεκτημάτων και ιδιοτήτων του .

15400375_922292031238457_885140468317722944_n
Συνολικά για όλη τη Νάξο καλλιεργούταν το 1930 3 χιλιάδες 783 στρέμματα από 527 καλλιεργητές και παρήγαγαν 197 χιλιάδες 779 οκάδες καπνό . Η περιοχή που καλλιεργούταν συστηματικά ο καπνός ήταν η περιοχή του Λιβαδιού , των Τριπόδων και του Σαγκρίου .
15350532_922292034571790_2809246674276691256_n
Στην Σύρο υπήρχαν βιομηχανίες που ανθούσαν στην συσκευασία των τσιγάρων σε Ελληνικό και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο.
Καιρό τώρα είχα πληροφορίες ότι στην Σύρο υπήρχε βιομηχανία Τσιγάρων αλλά δεν μπορούσα να βρω πουθενά στοιχεία που να ικανοποιούν την δημοσιοποίηση του ιστορικού γεγονότος.
Σε παλαιότερο άρθρο σας είχα γράψει πως η Ελλάδα θεωρείτε η Κύρια εφευρέτρια του τυλιχτού σε χαρτί τσιγάρου.
Επίσης σας είχα γράψει ότι Η Σύρος ηταν από τις πρωταγωνίστριες της εφεύρεσης αυτής η οποία έγινε κοινωνικό συνήθεις τους επομένους αιώνες στον πλανήτη.
Ο Λόγος είναι ότι η Σύρος λόγο της γεωγραφικής της θέσης, της οικονομικής της ανωτερότητας αλλά και λόγο της κοινωνικής της στάθμης υπήρξε κέντρο όχι μόνο της επικράτησης του τσιγάρου αλλά και της εφευρετικότητας του.
Η ιδέα του τσιγάρου σαν στριφτό σε χαρτί ξεκίνα περίπου στους πολέμους που συνέβησαν γενικότερα την περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου.
15400916_922292234571770_6814106706848295034_n
Προσέξτε.. Το κάπνισμα είναι πολύ αρχαιότερο από την εποχή των Ίνκας που τύλιγαν καπνό σε φύλα αλλά αυτό είναι η ιστορία του πουρού. Όχι του τσιγάρου όπως το ξέρουμε σήμερα.
Στον Κριμαϊκό πόλεμο και γύρω από αυτούς εκείνη την εποχή που ο πλανήτης κυριολεκτικά σφαζόταν μεταξύ τους οι λαοί με αλλεπάλληλους φρικτούς πολέμους οι στρατιώτες μην έχοντας τίποτα άλλο να καπνίσουν έβαζαν καπνό σε άδεια φυσέκια και κάπνιζαν.
Κάποιοι άρχισαν να τον τυλίγουν σε χάρτινα απομεινάρια από συσκευασίες όπλων, η πολεμοφόδιων.
Έτσι ξεκίνησε η ιδέα.
Η Σύρος υπήρξε ΚΕΝΤΡΟ διερχομένων και από και προς τους Κριμαϊκούς πολέμους.
Κάπου εκεί μπαίνει στο παιχνίδι της κατασκευής τσιγάρων.
Οι Συριανοί ηταν πλούσιοι άνθρωποι.. Έξυπνοι έμποροι και πολυμήχανοι.
Δεν άργησαν να καταλάβουν το χρυσορυχείο που κρυβόταν πίσω από την κατασκευή τσιγάρου.
Ηταν πολύ εύκολο να βρεθεί καπνός. Υπήρχε άφθονος στις αποθήκες του Τελωνείου αφού ο Αραβικός καπνός ερχόταν ΒΑΣΙΚΑ ΣΤΗΝ Σύρο και από εδώ έφευγε για την Ευρώπη.
Ξέρουμε ότι Υπήρχαν τρεις καπνοβιομηχανίες στην Σύρο. Δεν έχουμε καμία πληροφορία παραπάνω για αυτό δυστυχώς.
Αργότερα Ξέρουμε πως έκτος από την Αίγυπτο, τις Αραβικές χώρες και γενικά την Ανατολή ερχόταν καπνός στην Σύρο και Από τα πολύ καλά καπνά της Νάξου.
Πληροφορίες μας λένε πως υπήρχε Ναξιώτικη Εταιρία τσιγάρων που έφερνε τον καπνό της στην Σύρο και εδώ συσκευαζόταν παίρνοντας το σχήμα του τσιγάρου και συσκευαζόταν στα κουτιά των τσιγάρων και έπειτα γινόταν η διακίνηση πανελλαδικά αλλά και με εξαγωγές.
Ανεπιβεβαίωτες Πληροφορίες μόνο δυστυχώς.
Καπνός επίσης ερχόταν και από την Σαντορίνη αλλά αυτό το έχουμε μόνο σαν πληροφορία.
Τίποτα άλλο.
Αιγαίο, Κυκλάδες, Νησιά Αιγαίου, Σύρος, Σάμος, Χίος.
Μια περιοχή από τις πιο όμορφες στον πλανήτη και μια περιοχή εντελώς παρατημένη και αγνοημένη από τις Κυβερνήσεις της Ελλάδας.
Ζούμε πάνω σε ένα χρυσορυχείο. Ιστορίας πολιτισμού, γεωγραφικής θέσης και υπέροχων καιρικών συνθηκών.
Αντί για αυτούς σφαζόμαστε μεταξύ μας για αηδίες, μικροσυμφέροντα και ζηλοφθονίες που δεν έχουν λόγο ύπαρξης.
Θα μπορούσαμε να είμαστε μια από τις πιο πλούσιες περιοχές του κόσμου.
Που Η Καραϊβική και τα νησιά του Ειρηνικού να ηταν ελάχιστα μπροστά μας
Αντί αυτού είμαστε βαλτωμένοι στην μιζέρια, το σκοταδισμό, την ηλιθιότητα πνιγμένοι στο μίσος, την κακία και τις άχρηστες διαμάχες.
Λες και δεν είμαστε απόγονοι Αυτών των πρώτων κάτοικων των νησιών αυτών που δημιούργησαν αυτά τα θαύματα και αυτές τις πόλεις που έμειναν ονομαστές στο πέρασμα της ιστορίας.

ΚΑΙ ΕΝΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΥΠΟ ΜΟΡΦΗ ΣΚΕΨΗΣ: Ζούμε δύσκολες εποχές. Η Ελλάδα πεινάει και δεν παράγει τίποτα περά από μιζέρια. Μήπως θα έπρεπε να ξαναρχίσει κ καλλιέργεια του καπνού στα νησιά του Αιγαίου στις Κυκλάδες και εκεί που υπήρξαν επιτυχημένα πριν καπνοκαλλιέργειες! Ξέρουμε ότι βοηθά πολύ το κλίμα και ο καπνός σαν μονοετές φυτό δίνει γρήγορα παραγωγή και χρήματα; Μην περιμένετε φυσικά να βοηθήσει το κράτος. Δεν υπάρχει κράτος να βοηθήσει. Ευρωπαϊκά προγράμματα και προσωπικά ανοίγματα με θέληση και τόλμη χρειάζονται.
Τίποτα άλλο…
Οι σκέψεις και τα συμπεράσματα δικά σας.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η Φωτογραφία Είναι από Ιδιωτική Συλλογή και Δημοσιοποιείται ΜΟΝΟ κατόπιν Αδείας της οικογένειας που μου επέτρεψε να την δημοσιοποιήσω και μόνο για το άρθρο αυτό.
ΠΗΓΕΣ: Για την Σάμο, http\://www.isamos.gr/ – Η πηγή για τα Καπνεργοστάσια Σάμου είναι τα πρακτικά του συνεδρίου: «Η πόλη της Σάμου. Φυσιογνωμία και εξέλιξη» Γράφει ο Γιώργος Διακογιάννης.
Για την Νάξο, http://orinosaxotis.blogspot.gr/2016/05/blog-post_13.html ΟΡΕΙΝΟΣ ΑΞΩΤΗΣ email: [email protected] ( Οι φωτογραφίες των πακέτων Τσιγάρων Παλαιολόγου και είναι από το αρχείο του Ερρίκου Δελλαρόκα.)
Ευχαριστώ πολύ τον καλό μου φίλο επίσης ερευνητή της ιστορίας Γιωργο Τσαμβακουρη @George Tsampakouris που με την οξυδέρκεια του βοήθησε να λύσουμε τον γρίφο της μοναδικής φωτογραφίας που είχαμε και νομίζαμε αρχικά ότι βρισκόταν στην Σύρο σε γνωστό σημείο μάλιστα της Σύρου που μοιάζει πολύ.

Τελικά ηταν στην Σάμο.

Γράφει:Ο δημοσιογράφος και Ιστορικός Παναγιώτης Κουλουμπής

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.