Λουκία: «Είµαι σαν τις κατσαρίδες, αντέχω ακόµα»

1555

Γεννήθηκε στη Σάµο.

Πατέρα δεν γνώρισε ποτέ και θυµάται τη µητέρα της να δουλεύει για να τη µεγαλώσει. Από µικρή ήθελε να γίνει χορεύτρια. Τη γοήτευαν οι µουσικές, τα χρώµατα και η κίνηση των υφασµάτων. Οι αναζητήσεις της την οδήγησαν, έφηβη πια, στο Λονδίνο την εποχή των λουλουδιών, των Μπιτλς και της Μαίρης Κουάντ . Επειτα από ένα πέρασµα στο St. Martin’s το αποφάσισε: θα ασχολιόταν µε την εσωτερική διακόσµηση.

Οταν η µητέρα της αρρώστησε, λόγοι βιοπορισµού την ανάγκασαν να επιστρέψει στην Αθήνα. Αποφάσισε να στραφεί στο σχέδιο µόδας και βγήκε προς αναζήτηση της κατάλληλης επαγγελµατικής στέγης. Τη βρήκε στο Κολωνάκι, στον χώρο όπου βρίσκεται ακόµη και σήµερα: στο περίφηµο Ατελιέ της Λουκίας γεννήθηκε ένα προσωπικό στυλ-σταθµός στο ελληνικό design.

Σήµερα, έπειτα από µια διαδροµή που της χάρισε τον τίτλο της µεγάλης κυρίας της ελληνικής µόδας, η Λουκία βλέπει τη ζωή να περνάει µπροστά από τα µάτια της σαν ταινία. «Ολα πέρασαν τόσο γρήγορα…» µας λέει µε αυτή την κοριτσίστικη, απαλή φωνή. Aφορµή για τη συνοµιλία µας η βιογραφία της που µε τίτλο το όνοµά της κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάπυρος: ένα project που στην αρχή την τρόµαξε. «Ποια είµαι; Η Κοκό Σανέλ;» είχε ρωτήσει τη δηµοσιογράφο Μία Κόλλια όταν της πρότεινε να γράψει ένα βιβλίο για τη ζωή, τα συναισθήµατα και τον δηµιουργικό της κόσµο.

«Τελικά ενέδωσα στην πρόταση» λέει «αλλά δεν είχα σκεφτεί ποτέ πόση χαρά και πόση µελαγχολία θα εισέπραττα από αυτό το “ναι”. Ξεκινήσαµε τις συναντήσεις µας, αρχίσαµε να µιλάµε, µερικές φορές και µε λίγο κρασάκι, αλλά ποτέ δεν θα µπορούσα να φανταστώ πόσοθα πονούσαν µερικά σηµεία αυτής της διαδροµής. Ξέρετε πόσες φορές έβαλα τα κλάµατα;».

Η Λουκία ξεδίπλωσε όλη της τη ζωή σ’ αυτές τις κουβέντες: τα πρώτα της βήµατα στον µαγικό αλλά απαιτητικό κόσµο της µόδας, τους έρωτες και τις απογοητεύσεις, την καθηµερινότητα, τις φιλίες και τις γνωριµίες που σφράγισαν τη ζωή της. «Σκαλίζοντας το παρελθόν συνειδητοποίησα ότι έχουν γίνει πολλά πράγµατα. Και µελαγχόλησα και συγκινήθηκα κυρίως όταν η Μία µου διάβαζε τις συνεντεύξεις ανθρώπων που συµπεριλαµβάνονται στο βιβλίο, όπως η Κάτια ∆ανδουλάκη, ο Γιάννης Κούκης, οΑντώνης Σουρούνης ο ∆ηµήτρης ∆ανίκας και πολλοί άλλοι που δεν πίστευα αυτά τα λόγια που έλεγαν για µένα».

Αν της δινόταν η δυνατότητα να άλλαζε κάτι από τη διαδροµή της, τι θα ήταν αυτό; «Οχι ένα αλλά πολλά. Ισως να γινόµουν πιο επιθετική. Ισως οι άνθρωποι να νοµίζουν ότι επειδή δεν µιλάς και ανέχεσαι πράγµατα, δεν καταλαβαίνεις ή είσαι κουτός. Κι εγώ ανέχτηκα πράγµατα που ίσως έπρεπε να µην είχα ανεχτεί στη ζωή µου».

 

Η καρδιά της ανήκει στο θέατρο

Τριάντα πέντε και πλέον χρόνια τώρα η Λουκία ακροβατεί ανάµεσα στην υψηλή τέχνη και στις επιλεκτικές τάσεις της µόδας. Εργάζεται όχι µόνο για τη δηµιουργία των νέων συλλογών της – µε τη σφραγίδα του ροµαντικού, θεατρικού στυλ της – αλλά φιλοτεχνώντας και κοστούµια για θεατρικές παραστάσεις. Κάτι µας λέει ότι η καρδιά της είναι περισσότερο εκεί. «Ναι, όντως, ακροβατώ µεταξύ των δύο. Να δούµε πότε θα… πέσω» σχολιάζει. «Στο θέατρουπάρχει η µαγεία ότι τα ρούχα σου ξέρεις πού και πώς θα κινηθούν. Η µόδα έχει τη γοητεία του εφήµερου, κάτι που είναι ενδιαφέρον αλλά και κουραστικό για ανθρώπους που δεν αντιγράφουν, που παρακολουθούν τι γίνεται και αλλάζουν σειρές δύο φορές τον χρόνο. Εγώ δεν ξέρω πώς αντέχω ακόµα. Είµαι σαν τις κατσαρίδες».

Σύµφωνα µε τη Λουκία, η µόδα είναι πολύ µεγάλη τέχνη, χρειάζεται όµως να έχει κανείς υποδοµή κουλτούρας για να την εξασκήσει:

«Η µόδα δεν είναι “ανοίξαµε τη Vogue, είδαµε ένα µανίκι από τον Λάγκερφελντ και το κολλήσαµε”. Χρειάζεται να διαβάζεις, να βλέπεις τι συµβαίνει εδώ και στον κόσµο γενικά. Χρόνια τώρα που πηγαίνω στο Ηρώδειο και σε άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις δεν έχω δειούτε έναν έλληνα σχεδιαστή».

Εντονη είναι επίσης, λέει, η έλλειψη µιας κρατικής σχολής που να διδάσκει την τέχνη της µόδας.

«Το κράτος δεν πόνταρε ποτέ σε έναν σχεδιαστή και στο κεφάλαιο “µόδα”. Πάντα η µόδα ήταν ένα τίποτα στην Ελλάδα». Ανάµεσα στους νεότερους σχεδιαστές διακρίνει κάποια ταλέντα;

«Ο Γιώργος Ελευθεριάδης είναι ίσως το καλύτερο δείγµα. Αλλά ίδρωσε και από µόνος του τα έκανε όλα. Επρεπε εδώ και χρόνια να είχε βγει στο εξωτερικό. Να, βλέπετε πώς πέτυχανεκτός συνόρων οι Κατράντζου και Κοκοσαλάκη. Αν είχαν µείνει στην Ελλάδα, θα ήταν στον σωρό». Αρα, ένας νέος που θέλει να ασχοληθεί µε τη µόδα δεν έχει να ελπίζει σε τίποτε αν παραµείνει στην Ελλάδα; «∆υστυχώς όχι. ∆ιότι τα ρούχα είναι από τα πρώτα που σταµατούν να αγοράζουν οι άνθρωποι όταν υπάρχει κρίση. Η κρίση έχει µεγάλο αντίκτυποκαι στο δικό µας ατελιέ. Σύµφωνα µε την εµπειρία µου, πάντως, το µόνο που θα επιβιώσει στην Ελλάδα είναι τα νυφικά. Οι οικογένειες θεωρούν ότι, ακόµη κι όταν δεν έχουν, πρέπει να ξοδέψουν χρήµατα για τον γάµο του παιδιού τους. ∆ιαθέτουν περιουσίες, παρ’ ότι προτιµούν τα λιγότερο ακριβά κοµµάτια».

ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ, Η ΜΟΣΧΑ

Τελικά, η κρίση μπορεί να έχει και τα καλά της: η Λουκία σκέφτεται να παρουσιάσει κάποιες από τις επόμενες κολεξιόν της στη Ρωσία στοχεύοντας σε μια πολύ πιο μεγάλη αγορά. Αφορμή, η συνεργασία της στη θρυλική όπερα Μπαλσόι της Μόσχας με τον σκηνοθέτη Θόδωρο Τερζόπουλο και τον εικαστικό Γιάννη Κουνέλη. Οι προετοιμασίες έχουν ήδη ξεκινήσει για την όπερα «Νοσφεράτου», που θα κάνει πρεμιέρα τον Απρίλιο του 2012 με τη σφραγίδα της διερευνητικής ματιάς του Τερζόπουλου.

Ο Κουνέλης θα κάνει τη σκηνική εγκατάσταση, ο πρωτοποριακός Ντμίτρι Κουρλιάντσκιθα γράψει τη μουσική και ο Θόδωρος Κουρεντζής θα αναλάβει τη διεύθυνση της ορχήστρας. «Δεν το είχα σκεφτεί ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα ότι θα το κάνω» λέει η σχεδιάστρια. «Οταν μου το πρότεινε ο Τερζόπουλος απάντησα αρνητικά και ακόμη και τώρα φοβάμαι μήπως δεν τα καταφέρω. Είμαι με την ψυχή στο στόμα για να προλάβω την πρεμιέρα. Αλλά αν πετύχει θα είναι μία από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου».

Πηγή:http://www.tovima.gr/

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.