“Τα καλοκαίρια τότε έμοιαζαν τεράστια και δροσερά σαν καρπούζι που τρως μεσημέρι συντροφιά μ’ ένα τζιτζίκι”.

1666

Είναι κάτι μεσημέρια τον τελευταίο καιρό που μόλις ξαπλώνω να κοιμηθώ, ένα τζιτζίκι ξεκινά το τραγούδι του. Η έκπληξη, ευχάριστη στ’ αυτιά μου, πυροδότησε ένα ξύπνημα αισθήσεων κι αναμνήσεων καλοκαιρινής απόχρωσης, αυτή τη φορά.

Ένα ταξίδι σηματοδοτούσε για μένα την αρχή του καλοκαιριού.

Ένα τρίκυκλο φορτηγό με ανοιχτή καρότσα στο πίσω μέρος, για να χωρά όλη την οικοσκευή από τα Καμίνια στη Δροσιά.

Κι έτσι βρισκόμασταν να καθόμαστε δίπλα σε κατσαρολικά και ρούχα, μακαρόνια και σεντόνια, κι όπως τραγουδά η λατρεμένη φωνή της Τάνιας, «πως πάνε κι έρχονται τα χρόνια σαν της νταλίκας τα πεπόνια»!

Μια χρονιά, θυμάμαι, είχα καθίσει σε μία άσπρη, πλαστική καρέκλα στην καρότσα ενός φορτηγού, όχι τρίκυκλου αυτή τη φορά, αλλά κανονικού, με τέσσερις ρόδες. Αισθανόμουν αναβαθισμένη, άλλο επίπεδο! Πεπονάκι καθήμενο! Με κοιτούσαν οι άνθρωποι από τα γύρω αυτοκίνητα κι εγώ ανταπέδιδα το βλέμμα μ’ ένα μείγμα ντροπής, φόβου και περηφάνιας ταυτόχρονα. Μα πιο πολύ περηφάνιας θα έλεγα.

Η μετακόμιση αυτή ήταν απαραίτητη κάθε καλοκαίρι, για να ‘μαστε κοντά στο μπαμπά, που εργαζόταν πολλές ώρες σ’ ένα από τα πιο γνωστά πεινϊρλάδικα της περιοχής, τον Ελευθεριάδη με τ’ όνομα, κι έτσι δε θα χρειαζόταν και το τρίωρο ταξίδι με τη συγκοινωνία, για να έρθει να ξεκουραστεί λίγο στο σπίτι.

Επιπλέον, παίρναμε και τον αέρα της εξοχής. Το σπιτάκι που νοικιάζαμε, απλό, με τις απολύτως απαραίτητες ανέσεις –δύο δωματιάκια και τουαλέτα-έκπληξη ( όχι πάντα θετική!!): ένα κτίσμα στην άλλη άκρη του οικοπέδου.

Κι η μάνα, να φροντίζει για όλους και για όλα μέσα σ’ αυτό το δίχωρο φτωχοσπιτάκι.

Γιατί τα όνειρα, δε χρειάζεται να έχεις γύρω σου πολλούς τοίχους, για να τα χτίσεις, χρειάζεται μόνο ένα κομμάτι απλόχωρο ουρανό να βλέπεις.

Το σπιτάκι αυτό όμως ήταν πλούσιο σε αυλή και πεύκα. Τα πεύκα προσέφεραν πολλά, τροφή για όλες τις αισθήσεις και για ποικίλες χρήσεις : τη μυρωδιά τους, αυτή την υπέροχη ρετσινίλα τους, τις πευκοβελόνες ή αλλιώς τα πούσια, που τα χρησιμοποιούσαμε για να φτιάξουμε κολιέ, βραχιολάκια ή και σκουλαρίκια ακόμα-ακόμα, τον ήχο του αέρα ανάμεσα στις πευκοβελόνες και βέβαια τα κουκουνάρια, πολεμοφόδια στους λυσσαλέους πολέμους της παρέας. Πόλεμοι, που διαρκούσαν όμως μόνο κατά τη διάρκεια του πρωινού, γιατί απ’ το απόγευμα και πέρα μαζευόμασταν στο σπίτι του Σωκράτη για ατέλειωτα παιχνίδια με πλέιμ-ο-μπίλ, επιτραπέζια και ποδηλατάδες.

Ποδηλατάδες που από τύχη κάποιες φορές γλυτώναμε από σοβαρά ατυχήματα, θα μπορούσε να μας είχαν πατήσει αυτοκίνητα ή λεωφορεία που ξεπρόβαλαν σα μανιασμένα από στροφές κακής ορατότητας. Ευτυχώς η συγκομιδή εκείνης της εποχής, κάποιες γρατσουνιές και τα κλασικά σημάδια στα γόνατα από τα πεσίματα απ’ τα ποδήλατα.

Κι ύστερα ήρθαν, όχι οι μέλισσες του Ξανθούλη, αλλά οι ατέλειωτες βόλτες.

Περίμενα με ανυπομονησία την κολλητή, τη Λίλα, να περάσει να με πάρει και να ξεκινήσει το πήγαινε-έλα! Διαφορετικά προγράμματα για το πρωί, διαφορετικά για το απόγευμα. Οι απογευματινές βόλτες στο επονομαζόμενο και «Τέρμα», το κεντρικό σημείο της Δροσιάς σα να λέμε, κατέληγαν σε παγωτάκι Ιγκλού, με συγκεκριμένες γεύσεις, αφρόγαλο-φουντούκι ή αφρόγαλο-κάστανο, ενώ οι πρωινές είχαν Μίλκο ως πόσιμη ύλη. Με την κολλητή-αδελφή ψυχή μοιραζόμασταν τα εσώψυχά μας και στιγμές τέλειες. Ένα καλοκαίρι το εφηβικό περιοδικό Σεβεντίν, είχε δώρο μπλούζες και βέβαια τις πήραμε και τις φορούσαμε μαζί. Μεγάλο καμάρι να κυκλοφορούμε έτσι μαζί οι κολλητές.

Το πρόγραμμα δεν τελείωνε εκεί.

Η Δροσιά ήταν συνυφασμένη και με τα υπέροχα θερινά σινεμά και τις ταινίες που απολαμβάναμε, συνδυασμένες με μυρωδιές θεϊκές απ’ το αγιόκλημα κι εικόνες έναστρου ουρανού, ματιές που ξέκλεβες προς τα πάνω κι είχες την αίσθηση ότι γευόσουν μια φέτα απ’ τον παράδεισο. Με τα αδέλφια μου είχαμε δει τα πάντα! Εγώ, ενθουσιασμένη, γιατί έμπαινα και στις «ακατάλληλες δι’ ανηλίκους», καθώς η αδελφή μου ή ο αδελφός μου έδιναν το λόγο τους στην κα. Αλίκη ότι δε θα με άφηναν να κοιτάζω στις «επίμαχες» σκηνές. Υπήρχαν φορές που ξεκινούσαμε από την πρώτη παράσταση στο πρώτο θερινό σινεμά, την «Αλίκη» και μετά συνεχίζαμε στο επόμενο θερινό, τη «Δροσιά». Η ταινία που με είχε ανησυχήσει πιο πολύ, παραδόξως, και σήκωσα άρον-άρον τον αδελφό μου για να φύγουμε, ήταν η παιδική ταινία κινουμένων σχεδίων «Πινόκιο»! Είχα απελπιστεί στη σκηνή που τους κατάπιε η φάλαινα, κι ήμουν ήδη συγχυσμένη που ο Πινόκιο δεν είχε καταλάβει τα τεχνάσματα εκείνων των επιτήδειων που του ‘χαν πει ψέματα. Ήρθε μετά κι σκηνή με τη φάλαινα και τέρμα, αυτό ήταν!

Από τότε, φαίνεται, έβγαζα μία αποστροφή στην αδικία και το ψέμα!

Τα καλοκαίρια τότε έμοιαζαν τεράστια και δροσερά σαν καρπούζι που τρως μεσημέρι συντροφιά μ’ ένα τζιτζίκι.

Άκουγα τους στίχους «τα καλοκαίρια μας μικρά κι ατέλειωτοι οι χειμώνες» και μου φάνταζαν ακατανόητοι. Τώρα, το καλοκαίρι έχει αποκτήσει άλλες διαστάσεις. Έρχεται βιαστικό και μοιάζει σαν ένα φου σ’ έναν «κλέφτη», το φυτό εκείνο που κάνεις μία ευχή για να την πάρει μαζί του και να πραγματοποιηθεί.

Ακόμη κι έτσι όμως, βιαστικό, το καλοκαιράκι δεν παύει να λειτουργεί λυτρωτικά. Είναι αυτή η ζεστή αγκαλιά που χρειαζόμαστε, το φιλικό χτύπημα στον ώμο από τον ήλιο και τη θάλασσα που μας δίνει την απαραίτητη ενέργεια, για να συνεχίσουμε. Οι καλοκαιρινές μαζώξεις είναι τονωτικές ενέσεις, κάποιες απαραίτητες για να φορτίσουμε τις μπαταρίες μας, κάποιες χαλαρωτικές για να αδειάσουμε το χώρο από το άγχος.

«Όλα τα πήρε το καλοκαίρι…», ακούω στο βάθος τη φωνή της Αρβανιτάκη να τραγουδά….

Κείμενο από ανάρτηση της κ. Litsa Pappa

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.