Ρώτησαν τη Μαρία Ναυπλιώτου αν τρέμει που δεν έχει άντρα και παιδιά, κι αυτή απάντησε αποστομωτικά

5381

Η Μαρία Ναυπλιώτου έχει ενσαρκώσει στην καριέρα της μερικές από τις πιο εμβληματικές ηρωίδες του παγκόσμιου θεατρικού ρεπερτορίου. Αυτή τη σεζόν, στο Μικρό Χορν, θα υποδυθεί ένα υπαρκτό πρόσωπο, τη θρυλική Μαρία Κάλλας, στο «Masterclass» του Αμερικανού συγγραφέα Tέρενς Μακ Νάλι, σε σκηνοθεσία του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου. Η Τασούλα Επτακοίλη και  η «Καθημερινή» συνάντησαν την αγαπημένη ηθοποιό λίγο πριν την πρεμιέρα και μίλησαν για όλα.

Τι σας φέρνει στη σκηνή ως Κάλλας;

Σε εγχειρήματα τόσο δύσκολα, αλλά και τόσο ενδιαφέροντα, δεν μπορείς παρά να πεις «ναι». Βέβαια, από απόσταση, όταν χρονικά είσαι ακόμα μακριά από τις πρόβες και τις παραστάσεις, απλώς σε ηλεκτρίζει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Όταν αρχίζεις να μελετάς το κείμενο και όσο πλησιάζει η μέρα της πρεμιέρας, όλα είναι διαφορετικά. Η αγωνία εντείνεται. Αλλά έτσι κι αλλιώς, πάντα βγαίνεις κερδισμένος κάθε φορά που αποφασίζεις να αναμετρηθείς με έναν τόσο προκλητικό ρόλο, ακόμα κι αν δεν επιτευχθούν οι στόχοι της παράστασης ή οι δικοί σου. Πλουτίζεις, γίνεσαι καλύτερος ηθοποιός.

Ακόμα και μέσα από τις αποτυχίες συμβαίνει αυτό;

Κυρίως μέσα από τις αποτυχίες! Απλώς είναι δύσκολο να τις διαχειριστείς όταν συμβαίνουν. Μια αποτυχία –σε οποιονδήποτε τομέα– για την κοινωνία κουβαλάει πολύ μεγαλύτερο βάρος από εκείνο που της αναλογεί. Μεγεθύνεται, θεωρείται καταστροφή. Δεν είναι. Άλλωστε, στη ζωή μας οι επιτυχίες είναι λιγότερες. Σημασία έχουν η εντιμότητα με την οποία πορευόμαστε και η πειθαρχία μας. Δεν μπορούμε να αρέσουμε σε όλους. Θυμάμαι ρόλους όπου δεν ήμουν καλή, αλλά και στιγμές που το πλαίσιο γύρω μου ήταν πολύ πιο γόνιμο από αυτά που μπορούσα να εισπράξω, ιδιαίτερα στην αρχή της καριέρας μου, όταν ήμουν άπειρη. Όπως μας έλεγε ο σπουδαίος σκηνοθέτης Ανατόλι Βασίλιεφ, οι Ρώσοι τους ηθοποιούς, τα πρώτα επτά χρόνια που δουλεύουν, τους θεωρούν μαθητευόμενους ή εν δυνάμει ηθοποιούς.

Ενώ στην Ελλάδα συχνά γίνονται σταρ με τον πρώτο τους κιόλας ρόλο…

Παντού γίνεται αυτό, όχι μόνο στην Ελλάδα. Από την πλευρά του ηθοποιού, βέβαια, το πώς θα το διαχειριστεί εξαρτάται από τον χαρακτήρα του και ποιο κομμάτι της δουλειάς του επιλέγει να φωτιστεί περισσότερο. Η δική μου εμπειρία είναι ότι, ακόμα κι αν εκτιναχθείς με έναν ρόλο στην αρχή, στην πορεία όλα μπορούν να αλλάξουν. Έχω συναίσθηση του πώς λειτουργεί η σόουμπιζ – γιατί όλα είναι σόουμπιζ, είτε μιλάμε για βαριά κουλτούρα είτε όχι: έχει ανάγκη από νέα πρόσωπα, προβάλλει πάνω τους πολλές προσδοκίες και περιμένει το πρώτο τους στραβοπάτημα για να τους αποκαθηλώσει.

Εσείς, πάντως, είστε από τους «χαϊδεμένους της σόουμπιζ»: το κοινό και οι κριτικοί σάς αγάπησαν από την αρχή και εξακολουθούν να σας αγαπούν.

Μάλλον κατάλαβαν από την πρώτη στιγμή ότι λατρεύω αυτή τη δουλειά και θέλω να την κάνω έντιμα. Βέβαια, προέρχομαι από έναν συγγενικό χώρο, ήμουν επαγγελματίας χορεύτρια. Πριν μπω στο θέατρο, ήξερα τι σημαίνει να είσαι πάνω στη σκηνή, να συνδιαλέγεσαι καλλιτεχνικά, να ζεις την καθημερινότητα αυτής της δουλειάς, να παίρνουν τα μυαλά σου αέρα και την επόμενη στιγμή να τρως μια ανάστροφη και να μην ξέρεις από πού σου έχει έρθει. (Γέλια) Αυτό με βοήθησε να μην καβαλήσω το καλάμι. Μαζί με το γεγονός ότι από τη φύση μου είμαι σεμνή. Σεμνή, όχι μετριόφρων. Όταν κατακτώ κάτι, το χαίρομαι. Αλλά βρίσκω αστείο το να έχεις έπαρση για πράγματα που είναι καλώς καμωμένα – όπως οφείλουν να είναι.

Η Μαρία Κάλλας δεν είναι λογοτεχνική ηρωίδα, αλλά υπαρκτό πρόσωπο. Αυτό ανεβάζει κι άλλο τον πήχη δυσκολίας;

Ναι, υπήρξε πράγματι. Εμείς όμως δεν τη γνωρίζουμε, μια αντανάκλασή της παρακολουθήσαμε μόνο. Κανείς, πέρα από ελάχιστους κοντινούς της ανθρώπους, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ήξερε ποια πραγματικά ήταν. Ό,τι φτάνει σ’ εμάς είναι αφηγήσεις και εικασίες. Το έργο, λοιπόν, είναι μυθοπλασία. Ο Μακ Νάλι την έχει μελετήσει βέβαια καλά, αλλά δεν τη βιογραφεί. Αυτό μου λύνει τα χέρια. Έχω στα χέρια μου έναν χάρτινο χαρακτήρα που πρέπει να τον πλάσω με τη δημιουργική μου φαντασία και να τον ζωντανέψω πάνω στη σκηνή. Δεν θα μπω όμως στη διαδικασία της μίμησης, γιατί θα γινόμουν καρικατούρα.

Ποια εικόνα είχατε πριν για εκείνη;

Όπερα δεν ακούγαμε στο σπίτι – δεν θα σας πω ψέματα. Όμως η Κάλλας είχε την ικανότητα να μαγνητίζει τους ανθρώπους. Αυτό συνέβη και μ’ εμένα στην εφηβεία μου. Δεν θυμάμαι πώς – κάποιο βιβλίο, μια φωτογραφία, ένα άκουσμα ήταν ίσως η αφορμή. Χωρίς να μπορώ να αποτιμήσω το μουσικό της ταλέντο, εκτιμούσα βαθιά αυτή τη γυναίκα, που μόνη της κατάφερε να φτάσει τόσο ψηλά. Και που με αφορμή έναν έρωτα –τον απελπισμένο έρωτά της για τον Αριστοτέλη Ωνάση– βίωσε μια τρομακτική πτώση, η οποία οδήγησε στον πρόωρο θάνατό της.

Μπορεί ένας έρωτας να νικήσει το πάθος για την τέχνη;

Ένας έρωτας μπορεί να νικήσει τα πάντα, είναι πιο δυνατός. Όλα τα ξεπερνάει.

Άρα την κατανοείτε;

Τη νιώθω. Γι’ αυτό και στην παράσταση την προσεγγίζω με τρυφερότητα. Έτσι, μπορώ να αγγίξω ακόμα και τα κομμάτια της που είναι πιο αιχμηρά, τις γωνίες της. Όλοι οι ρόλοι έχουν μια πληγή αιμάσσουσα και είναι ενδιαφέροντες ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, αλλιώς δεν θα γράφονταν. Ένας άνθρωπος ευτυχισμένος, που χαίρεται τη ζωή του, δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για τον ηθοποιό. Στη σκηνή άξιο θέασης είναι το απρόβλεπτο, το δύσκολο, αυτό που δεν καταλαβαίνεις, αυτό που φοβάσαι.

Το ότι δεν έκανε οικογένεια και πορεύτηκε ολομόναχη προς το τέλος είναι κάτι που σας τρομάζει ως ενδεχόμενο;

Η Μαρία Κάλλας ήταν ολομόναχη από τη στιγμή που γεννήθηκε. Η μητέρα της περίμενε αγόρι και τις τέσσερις πρώτες μέρες μετά τον τοκετό αρνιόταν να δει το μωρό της. Το να μπορέσεις να συνειδητοποιήσεις ως ενήλικας αυτή την εγκατάλειψη, να τη θεραπεύσεις και να καταφέρεις να συμφιλιωθείς με τον εαυτό σου είναι άθλος – και προφανώς εκείνη δεν το κατάφερε. Η οικογένεια και τα παιδιά δεν είναι αντίδοτο στη βαθύτατη μοναξιά που μας κατατρέχει όλους – άλλους λιγότερο, άλλους περισσότερο. Η απάντηση βρίσκεται στη σύνδεση με τον εαυτό μας, στην αναγνώριση αυτού που είμαστε, το να είμαστε παρόντες σε ό,τι μας συμβαίνει. Η ίδια έλεγε: «Θέλω να είμαι η Μαρία, αλλά η Κάλλας δεν με αφήνει και πρέπει να υπερασπιστώ την αξιοπρέπειά της». Ήταν τρομακτικός ο διχασμός της. Αδιανόητη η μοναξιά της σε όλη της τη ζωή…

Μπροστά στον καθρέφτη σας τι σκέφτεστε, κυρία Ναυπλιώτου;

Αυτό που μου έχει πει ένας πολύ αγαπημένος μου άνθρωπος, φως της ζωής μου: Μέχρι μια ηλικία είμαστε αυτό που μας έχει δώσει η φύση. Από εκεί και πέρα, είμαστε αυτό που καταφέραμε να γίνουμε. Η ομορφιά δεν χάνεται. Κι ας έχεις ρυτίδες και άσπρα μαλλιά. Η Ζουζού Νικολούδη στα 80 της ήταν η πιο όμορφη γυναίκα που έχω δει στη ζωή μου. Υπάρχουν όμορφοι άνθρωποι που δεν μας συγκινούν παραπάνω από πέντε λεπτά. Κι άλλοι, όχι συμβατικά ωραίοι, που μας κερδίζουν για πάντα. Όχι με αυτό που βλέπουμε, αλλά με αυτό που εκπέμπουν.

Φωτογραφίες: Δημήτρης Βλάικος

Πηγή:https://www.tlife.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.