Η Βενετία Μανδρακούκα παρουσιάζει το «παραμύθι » της : Η Μαγεία του Ροδιού !!

433

Τα παραμύθια γράφονται από ψυχής και προορίζονται για τη γαλήνη της ψυχής!! Μια φορά κι έναν καιρό ζήσαμε και εμείς κάτι που θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους ανθρώπους και στο τέλος επιθυμούμε να ζήσουμε «καλά» όπως και οι ήρωες των παραμυθιών

Η Μαγεία του Ροδιού !!

Μια φορά κι έναν καιρό, σ΄ ένα μακρινό τόπο ζούσε ένας ξυλοκόπος με τη γυναίκα του. Είχαν κι ένα κοριτσάκι που την ονόμασαν Μονάκριβη! Της έδωσαν αυτό το όνομα οι γονείς της γιατί την αγαπούσαν αφάνταστα πολύ! Ήταν γι’ αυτούς ό,τι πιο μοναδικό και ακριβό είχαν στη ζωή τους!!

Μια βροχερή μέρα η Μονάκριβη αρρώστησε βαριά. Είχε πολύ πυρετό που δεν υποχωρούσε και δεν μπορούσε ούτε τα ματάκια της να ανοίξει. Ο μπαμπάς της κάλεσε το γιατρό να δει την κόρη του. Ο γιατρός της έδωσε ένα φάρμακο, τους είπε να της δίνουν συχνά ελαφρύ φαγητό και να πίνει πολύ νερό. Οι γονείς ακολούθησαν τις οδηγίες του γιατρού και ήλπιζαν να γίνει σύντομα καλά η Μονάκριβή τους!

Οι μέρες περνούσαν και το κορίτσι δεν θεραπευόταν!! Η μαμά της δεν ήξερε τι να κάνει για να βοηθήσει το παιδάκι της. Ο μπαμπάς προσπαθούσε να μείνει ψύχραιμος και να βρει κάποια λύση….

Φώναξαν και μια γριά που ήξερε να θεραπεύει τις αρρώστιες με τα χέρια της. Ο κόσμος πίστευε πως ήταν μάγισσα, η ίδια έλεγε πως είναι απλά σοφή!!

Η γυναίκα αυτή πήγε στο σπίτι της Μονάκριβης, την έπιασε στο κεφάλι, ψιθύρισε κάποια ακαταλαβίστικα λόγια και περίμενε να δει τα αποτελέσματα. Το κορίτσι δυστυχώς και πάλι δεν ανάρρωσε. Οι γονείς της πια έπεσαν σε βαθιά απόγνωση. Δεν ήξεραν τι να κάνουν. Έβλεπαν το παιδάκι τους να κοιμάται συνέχεια και δεν μπορούσαν να το βοηθήσουν.

Το βράδυ η μαμά της μικρής δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τη στεναχώρια της και κάθισε κοντά στο παράθυρο, κοίταξε στον ουρανό και προσευχήθηκε με όλη της την ψυχή: «Μακάρι να μπορέσει κάποιος να θεραπεύσει την κόρη μου κι εγώ θα του δώσω ό,τι θελήσει! Το κορίτσι μου δεν θα αντέξει κι άλλη να έχει πυρετό. Είναι ήδη πολύ εξασθενημένη….

Την επόμενη μέρα, συνέβη κάτι παράξενο. Ο μπαμπάς της Μονάκριβης είχε πάει στο δάσος να κόψει ξύλα. Στεναχωρημένος που η κορούλα του δεν γινόταν καλά ούτε όρεξη για δουλειά δεν είχε. Κάθισε λίγο να ξεκουραστεί και τον πλησίασε ένας ψηλός, αδύνατος άντρας με περίεργα ρούχα και ένα μυτερό καπέλο. Κρατούσε κι ένα ραβδί ασημένιο.

– Ξέρω τι σου συμβαίνει και νιώθεις τόσο λυπημένος. Αν θέλεις, εγώ μπορώ να σε βοηθήσω θα κάνω καλά την κόρη σου.

– Μα, ποιος είσαι εσύ; Και πως γνωρίζεις τι συμβαίνει στην κόρη μου;

– Εγώ είμαι ο μάγος του δάσους και έχω την ικανότητα να γνωρίζω πότε κάποιο παιδί υποφέρει. Έχω το κατάλληλο φάρμακο για κάθε ασθένεια.

– Ο μάγος του δάσους, τόσα χρόνια ξυλοκόπος, άκουγα ιστορίες για κάποιον μάγο του δάσους αλλά δεν πίστευα ότι υπήρχε. Και τώρα βρίσκεσαι μπροστά μου. Ε! ποιό βότανο είναι αυτό που θα κάνει καλά την Μονάκριβή μου;

Ο μάγος απάντησε:

– «Είναι ένα φάρμακο με ρόδι. Μόλις το πιει μετά από λίγο θα συνέλθει. Τα ρόδια του δάσους μαζί με λίγη μαγική σκόνη θεραπεύουν τον πυρετό.

– Πότε μπορείς να μου το δώσεις σε παρακαλώ;

Ο μάγος χαμογέλασε και είπε:

– «Άκου με προσεκτικά». Το βράδυ θα το έχω έτοιμο και θα το φέρω στο σπίτι σου.

Όμως …….. και πριν προλάβεις να τελειώσει τα λόγια του, ο πατέρας της κοπέλας του είπε:

– Φέρτο μου το βράδυ και εγώ θα σου κάνω ό,τι χάρη θες….. Μόνο να σώσω το κορίτσι μου. Την ίδια στιγμή άφησε τα ξύλα που είχε κόψει κι έφυγε βιαστικός για το σπίτι του. Ανυπομονούσε να πει στη γυναίκα του ότι βρέθηκε το φάρμακο που θα κάνει καλά την κόρη τους.

Όταν έφτασε στο σπίτι, φώναξε αμέσως τη γυναίκα του.

– Τι συμβαίνει άντρα μου, γιατί φωνάζεις έτσι;

– Άσε τις δουλειές και έλα κάτσε κοντά μου να σου πω….. Ο ξυλοκόπος είπε στη γυναίκα του όλα όσα συνέβησαν στο δάσος και εκείνη είπε:

– Δεν το πιστεύω…. Επιτέλους βρέθηκε λύση για το παιδί μας. Και οι δύο έκλαιγαν και γελούσαν μαζί… Κάθισαν δίπλα στη Μονάκριβή τους και περίμεναν το Μάγο του Δάσους να φέρει το φάρμακο. Η μαμά έλεγε στο κοριτσάκι της:

– Αχ! Μονάκριβή μου θα γίνεις καλά …. Πόσο χαιρόμαστε!!!

Πέρασαν οι ώρες και το βράδυ ο Μάγος έφτασε στο σπίτι του ξυλοκόπου κρατώντας ένα κόκκινο γυάλινο μπουκαλάκι με το φάρμακο.

Οι γονείς τον υποδέχτηκαν στο σπίτι τους ο Μάγος αμέσως τους ρώτησε:

– Πού είναι το κορίτσι σας;

Η μαμά τον οδήγησε στο δωμάτιο της Μονάκριβης. Ο Μάγος κοίταξε τον ξυλοκόπο και του είπε:

– Πριν φύγεις από το δάσος δεν μ’ άφησες να σου πω κάτι πολύ σημαντικό.

Ο ξυλοκόπος με αγωνία τον ρώτησε:

– Τι είναι αυτό που θα μου ΄λεγες;

Ο Μάγος απάντησε:

– Όταν η Μονάκριβη πιει το φάρμακο με το ρόδι και γίνει καλά θα πρέπει να μ’ ακολουθήσει στο δάσος. Μόνο εκεί δεν θα μπορεί να ξαναπάθει κάτι. Θα μεταμορφωθεί σε νεράϊδα του δάσους. Θα ζει εκεί και θα φροντίζει τις ροδιές.

Οι δύο γονείς δεν ήξεραν τι να κάνουν…. Τι να αποφασίσουν…

Η μητέρα του κοριτσιού άρχισε να κλαίει….

Ο πατέρας είπε στο Μάγο:

– Και δεν θα ξαναδούμε ποτέ το παιδί μας;

Ο Μάγος με κατανόηση του αποκρίθηκε:

– Σας καταλαβαίνω, αλλά έτσι πρέπει να γίνει. Το κορίτσι αν μείνει εδώ συνέχεια θα αρρωσταίνει γιατί είναι πολύ αδύναμο Τα άλλα φάρμακα δεν θα την κάνουν ποτέ καλά.

Ο ξυλοκόπος και η γυναίκα του σκέφθηκαν πως δεν είχαν άλλη επιλογή. Δεν θέλουν να βλέπουν την Μονάκριβή τους να βασανίζεται.

Η μαμά είπε:

– Άντρα μου, πρέπει να φανούμε δυνατοί. Να είναι το κορίτσι μας καλά και ας βρίσκεται μακριά. Εμείς θα χαιρόμαστε με την ευτυχία της.

Ο ξυλοκόπος την αγκάλιασε και της είπε:

– Έχεις δίκιο καλή μου… Πρέπει να κάνουμε το σωστό και ας μας λείπει το κορίτσι μας.

Είπαν στο Μάγο να δώσει το φάρμακο στη Μονάκριβη.

Ο Μάγος τους χαμογέλασε συμπονετικά…. Λέγοντάς τους:

– Είστε δύο υπέροχοι και δυνατοί άνθρωποι…. Καθόλου εγωιστές. Θέλετε το καλό του παιδιού σας. Γι’ αυτό θα σας κάνω ένα δώρο. Θα κάνω τη Μονάκριβη να μη θυμάται ότι αρρώστησε και ότι ζει μακριά από τους γονείς της…

Ο ξυλοκόπος είπε:

– Αλήθεια, μπορείς να το κάνεις αυτό για μας; Ευχαριστούμε. Δεν θέλουμε να μας θυμάται και να στεναχωριέται.

Ο μάγος τους είπε:

– Αποχαιρετήστε το παιδί σας. Οι γονείς τη φίλησαν και η μαμά της ψιθύρισε:

– Καλή νέα ζωή.

Έτσι κι έγινε λοιπόν. Ο Μάγος έδωσε το φάρμακο με το ρόδι και τη μαγισσόσκονη στη Μονάκριβη και ξαφνικά βρέθηκαν στο δάσος.

Η Μονάκριβη λεγόταν πια Ροδίλια και ήταν Νεράϊδα.

Ζούσε μαζί μ’ άλλες νεράϊδες και ξωτικά. Φρόντιζε τα λουλούδια, τις ροδιές, τις μηλιές και της είχε μάθει ο Μάγος πολλά μυστικά για το πως θα φτιάχνει φάρμακα για να γιατρεύει τα φυτά του δάσους. Η Ροδίλια όπως και οι άλλες νεράϊδες ήξερε πως έπρεπε να υπακούει σε μια αυστηρή εντολή του Μάγου,

Να μη βγει ποτέ έξω από τα όρια του δάσους γιατί θα πάψει να είναι νεράϊδα θα γίνει άνθρωπος χωρίς μαγικές ικανότητες και θα μπορεί να αρρωστήσει.

Έτσι ζούσαν οι νεράϊδες, τα ξωτικά, τα φυτά και τα ζώα ήσυχα κι αγαπημένα στο δάσος με τη φροντίδα του Μάγου.

Μια μέρα, όμως, η Ροδίλια εκεί που φρόντιζε τις ροδιές που τόσο πολύ αγαπούσε (λες και ήξερε πως κάποτε ένα ρόδι της έσωσε τη ζωή) άκουσε λίγο πιο έξω από το δάσος, μια παιδική φωνούλα που ζητούσε βοήθεια.

– Βοήθεια! – Βοήθεια! Πονάει η κοιλιά μου. Υπάρχει κάποιος να με βοηθήσει;

Η Ροδίλια έτρεξε αμέσως να το πει στο Μάγο.

Ο Μάγος όμως της είπε:

– Καλή μου Ροδίλια…. Ξέρω πως θες αν βοηθήσουμε το αγοράκι που πονάει, όμως δεν μπορούμε. Ξέρεις ότι δεν μπορείς να περάσεις τα όρια του δάσους.

Τότε εσύ να πας, είπε η νεράϊδα στο Μάγο.

Ο Μάγος της απάντησε:

– Ακόμα κι εγώ μόνο μια φορά μου επιτρέπεται να βγω από το δάσος. Την έχω χρησιμοποιήσει την ευκαιρία μου. Έσωσα κάποτε ένα κοριτσάκι.

– Πως το έλεγαν; ρώτησε η η Ροδίλια.

– Μονάκριβη είπε ο μάγος και έσκυψε το κεφάλι του.

– Ωραίο όνομα, είπε η νεράϊδα.

– Δεν μπορούμε να βοηθήσουμε το παιδί Ροδίλια. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να ευχηθείς μ’ όλη σου την ψυχή να γίνει καλά το παιδί.

– Θα το κάνω. Είπε η Ροδίλια. Μ’ όλη μου τη δύναμη. Σ’ ευχαριστώ για τη συμβουλή σου!!

Όλο το βράδυ η Ροδίλια ευχόταν να γίνει καλά το παιδάκι.

Μόλις ξημέρωσε η νεράϊδα πήγε στη μεριά του δάσους που είχε ακούσει το αγοράκι που φώναζε. Το αγοράκι ήταν ακόμη εκεί και έκλαιγε.

Η Ροδίλια του μίλησε και του είπε:

– Μην ανησυχείς, θα έρθω να σε βοηθήσω. Το βράδυ είχε πάρει μια σημαντική απόφαση. Αν το παιδί δεν σταματούσε να πονάει θα πήγαινε να το βοηθήσει. Θα άφηνε τις μαγικές της δυνάμεις και θα γινόταν άνθρωπος με φόβο να αρρωστήσει, να πληγωθεί κάτι που δε θα συνέβαινε ποτέ στο δάσος. Πήγε γρήγορα να ανακοινώσει την απόφασή της στο Μάγο και τις υπόλοιπες νεράϊδες.

Οι φίλες της ξαφνιάστηκαν και της ευχήθηκαν καλή τύχη.

Ο Μάγος φοβισμένος αλλά και συγκινημένος τη ρώτησε:

– Είσαι σίγουρη ότι θες να το κάνεις;

– Ναι! Κάτι μέσα στη ψυχή μου με στέλνει να σώσω αυτό το αγοράκι. Έφτιαξα ένα φάρμακο με χυμό ροδιάς όπως μου είχες μάθει και ανυπομονώ να πάω κοντά στο παιδί. Θα μου λείψεις πολύ και εσύ και η Μαγεία, όμως θέλω να σώσω το παιδάκι.

Ο Μάγος της είπε:

– Όσο παράξενο κι αν είναι, σε καταλαβαίνω. Πήγαινε Ροδίλια. Άκου την ψυχή σου! Εμείς θα ευχόμαστε να μην πάθεις ποτέ τίποτα!

Ο Μάγος αγκάλιασε τη Ροδίλια και αποχαιρετίστηκαν.

Η Ροδίλια πήγε κοντά στο αγοράκι που πονούσε η κοιλιά του και του έδωσε το φάρμακο που είχε ετοιμάσει.

Το αγοράκι μετά από λίγο έγινε καλά. Είπε στην Ροδίλια;

– Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες: Είσαι η καλή μου νεράϊδα!

– Η Ροδίλια χαμογέλασε και απάντησε:

– Δεν είμαι πια! Είμαι ένας καλός άνθρωπος. Το αγοράκι δεν πολυκατάλαβε τι εννοούσε η Ροδίλια και της είπε:

– Πρέπει να γυρίσω στην οικογένειά μου. Θα με ψάχνουν και θα ανησυχούν. Εσύ που μένεις; Που είναι οι γονείς σου;

– Η Ροδίλια δεν ήξερε στ’ αλήθεια τι να πει.

– Είμαι μόνη μου!

– Το αγοράκι τότε της πρότεινε κάτι πολύ όμορφο.

– Θέλεις να έρθεις να μείνεις μαζί με την οικογένειά μου; Θα γίνουμε αδέλφια. Θα παίζουμε μαζί …

Η Ροδίλια είπε ναι.

Περπάτησαν αρκετά και έφτασαν σ΄ένα μικρό σπιτάκι που έμενε το αγοράκι. Το παιδί εξήγησε στους γονείς του πως χάθηκε κοντά στο δάσος και η Ροδίλια το έσωσε.

Οι γονείς ευχαρίστησαν το κορίτσι και με πολλή αγάπη την κράτησαν κοντά τους. Πραγματικά της φέρονταν σαν να ήταν κόρη τους!

Η Ροδίλια συνήθισε τη ζωή των θνητών και μάλιστα της άρεσε. Βέβαια πάντα το βράδυ πριν κοιμηθεί σκεφτόταν το Μάγο και τις φίλες της. Μπορεί να έχασε τη μαγική της δύναμη όμως βρήκε τη μαγεία στη φιλία και στην οικογένεια!!!

Και κάτι ακόμα: Δεν αρρώστησε ποτέ!!

Ποιος ξέρει;

Οι μακρινές ευχές του Μάγου, η αγάπη της νέας της οικογένειας την προστάτευαν από το κακό.

Έζησαν αγαπημένοι!!!

Καμιά φορά οι αποφάσεις μας είναι αυτές που μας χαρίζουν ομορφιά και μαγεία!!!

Με αγάπη Βενετία


Λίγα λόγια για ‘μένα……

Με λένε Βενετία Μανδρακούκα.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα και είχα την τύχη να σπουδάσω Ιστορία-Αρχαιολογία στα Γιάννενα. Στο πλαίσιο των μεταπτυχιακών μου σπουδών συνάντησα τον όμορφο κόσμο των παραμυθιών και τις κοινωνικές του προεκτάσεις. Εργάζομαι ως φιλόλογος.

Συνεργάστηκα με το τμήμα Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων του Μουσείου Μπενάκη και με το θεατρικό εργαστήρι ‘’Περίπατος’’. Παρακολούθησα σεμινάρια σωματικού θεάτρου. Πραγματοποίησα σεμινάρια γραφής παραμυθιού και είμαι μέλος ομάδας σωματικής έκφρασης.

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Ένας όμορφος τρόπος να κατανοήσουμε ότι το να βοηθάμε άλλους, θυσιάζοντας τον εαυτό μας και την ζωή μας χωρίς να βλέπουμε το κέρδος, πάντα αποφέρει μια όμορφη αλλαγή στη ζωή μας. Δεν έχει νόημα να φυλάμε και να αποθηκεύουμε αγάπη και ζωή για τον εαυτό μας. Εξάλλου… τίποτα δεν κρατάει για πάντα… ούτε και τα άσχημα.

    Έχοντας γνωρίσει την συγγραφέα, μπορώ να επιβεβαιώσω ότι όλα της τα παραμύθια,κείμενα, μυθυστορήματα και ποήματα έχουν γραφτεί με «αληθινή αγάπη».

  2. Σε ευχαριστώ πολύ για το όμορφο σχόλιο σου. Η πορεία ζωής σου επιβεβαιώνει τη βοήθεια προς τους άλλους χωρίς δεύτερες σκέψεις με σκοπό την αγάπη.. Ξέρω πως και τα δικά σου κείμενα είναι γραμμένα με παραμυθιακη υπόσταση.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.