Για την Ελένη Δεληγιάννη. “Mέχρις εδώ. Arrete!”

477
Οι φωτό είναι από το Women of Syros (2017) της https://www.facebook.com/denia.panagaki

Πένθος Γαρδένια στο Πέτο

Για την Ελένη Δεληγιάννη (Σύρος 1927-2020)


Η ζωή της Ελένης Δεληγιάννη, θυγατέρας του Κωνσταντίνου Γερασιμίδη και της Φλώρας Μινετζιάν, (Σύρος 1927-2020), πιο γνωστή ως Ελενίτσα, Λενάκι, κυρά Λένη, Γερασιμίδαινα, είχε και λιακάδες και φουρτούνες, και γαλήνη και αναμπουμπούλες, με πολύν έρωτα, χορό και μουσική.

Στο νησί την ήξεραν ως κόρη του Γερασιμίδη, ως χήρα στρατιωτικού και ως φίλη του Μιχάλη του ψάλτη χτίστη, του επονομαζόμενου Χότζα. Για τα παιδιά της και τα εγγόνια της, ήταν, είναι και θα είναι, η Μάνα και Γιαγιά Ελένη.

Στο μουσικό ρεπερτόριό της, δυο τραγούδια, πάντα, της ζητούσαν να παίζει στο ακορντεόν η στ’αρμόνιο, φίλοι, τέκνα και εγγόνια. Το ένα ελληνικό, Ο Ανθρωπάκος “ Για δε μ’ αφήνετε ήσυχη, άστε με ήσυχη, όλοι | θέλω να ζήσω ελεύθερη, δίχως ταυτότητα πια ” και το άλλο γαλλικό, J’attendrai : “ Θα περιμένω, μέρα και νύχτα, για πάντα, εσένα θα περιμένω ”: To καλοκαίρι που μας πέρασε, ένιωσα, ύστερα από τόσα χρόνια την ανάγκη, να της γράψω, πόσο, τόσα χρόνια, μας έλειπε – και πόσο θα μας λείψει…

Mέχρις εδώ. Arrete!

“Δεν σ’ άκουσα, πάλι μιλάς μόνος σου… Με ποιον, καλέ, μιλάς;
Με ξέχασες, ποια είμαι…; Εμένανε τη μάνα σου…; Γιατί, καλέ…;”

δίσκος της είχε, για καλά, κολλήσει στο “Γιατί, καλέ…;”. Δεν άκουγε τι έλεγα. Σταμάτα τις οιμωγές της έλεγα. Τίποτα όμως, αυτή εκεί το χαβά της.Κάθε φορά που της τό ‘λεγα, εκείνη μ’ απαντούσε: “Για γκρινιάρα με πέρασες; Για δεν τα λες παράπονα; Οιμωγές, που τις λες, θυμίζει διαταγές. Λες και με διατάζουν μέσα μου φωνές, και μου λένε τι να κάνω. Μόνη μου παραπονιέμαι. Άντε και στον Θεό, μπας και μ΄ακούσει και με συντρέξει. Μην παίζεις με τις λέξεις. Συν Τρέχω κι εγώ, μαζί, με τον Θεό. Εγώ με τον Θεό μαζί, να κατεβαίνουμε την παραλία της ζωής.” Την λεωφόρο θες να πεις; “Όχι, την παραλία. Από την μια νερό κι από την άλλη γης. Στη μέση ένας τοίχος που κρατάει το νερό για να μη χυθεί στη γη. Κι η γη για να μη γίνει λάσπη”.


Με το που πέταγε την λέξη λάσπη, αμέσως βυθιζότανε σε μαύρες σκέψεις.

“Αχου, γιε μου, τί μου θύμισες… Το νερό που κύλισε στη γη και τα ΄κανε όλα λάσπη! Έμπαινε παντού στα σπίτια. Με τίποτα δεν έφευγε! Απ το πρωί ως το βράδυ, την πολέμαγα. Τίποτα, με τίποτα, δεν έφευγε… Πολλοί φέρναν τον παπά ν΄αγιάσει τα νερά, να σταματήσουν, μ΄αυτά εκεί, τίποτα, επιμέναν. Και σιγά σιγά, με τα νερά που δεν εσταματούσαν, ψοφίμια, κουφάρια, μέχρι και νεκροί, βγαλμένοι από τους τάφους, με τα σάπια κόκκαλά τους να επιπλέουν. Έχανε, που λένε, η μάνα το παιδί, και το παιδί τη μάνα. Τι Κατάρα Θεού μου λες; Μαντάρα Θεού! ” Κι έτσι άρχιζε ένα ατέλειωτο ταξίδι στην τρύπα της νοσταλγίας, που μόνo αυτή ήξερε κι αποφάσιζε, πότε θα σταματούσε.

“Mέχρις εδώ. Arrete !”

Όμορφος Κόσμος, Αγγελικά Πλασμένος, στα Μαύρα Ντυμένος”
Πένθος Γαρδένια στο Πέτο

Πηγή:https://www.syrostoday.gr/

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.