Κατ’ επιλογή νησιώτες: Ιστορίες μετοικεσίας στη Σύρο

956
Η Τσίνγερι Όγκμπουεμπου με τα δύο παιδιά της, τον Ερμή και τον Περσέα, στην Πλατεία Μιαούλη μπροστά στο Δημαρχείο. Πηγή:https://insidestory.gr/

Σύρος, θα σου πουν όλοι, δεν είναι σαν τις άλλες Κυκλάδες. Σου λένε κάτι που έχεις ο ίδιος διαπιστώσει, μόλις πατήσεις στην Ερμούπολη. Η νεοκλασική πόλη, απλωμένη στην παραλία, πρωτεύουσα των Κυκλάδων και της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, είναι που κάνει την Σύρο μοναδική. Στον λόφο πίσω φωλιάζει η Άνω Σύρος, η παλιά χώρα, κατάλοιπο μιας εποχής που το νησί ήταν εμφανισιακά απαράλλαχτο με τα άλλα κυκλαδονήσια και αμιγώς καθολικό.

Πανόραμα της Ερμούπολης με την Άνω Σύρο στον λόφο αριστερά στο βάθος.

Πριν την Επανάσταση και την έλευση των Ορθοδόξων, επιζώντων των σφαγών στην Χίο, την Κάσο και άλλα νησιά, η Σύρος ήταν «το νησί του Πάπα», η Φράγκισσα, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα στην ανθρωπογεωγραφία του Αιγαίου. Η οικοδόμηση της Ερμούπολης άλλαξε την δημογραφία της όσο και την εμφάνισή της, χωρίς ωστόσο να εκλείψουν από το νησί οι καθολικοί και το ιδιαίτερο χρώμα που του δίνουν. Σήμερα, η χρυσή εποχή της Ερμούπολης, που κράτησε από τα μέσα ως τα τέλη του 19ου αιώνα, έχει προ πολλού παρέλθει. Την έχει αντικαταστήσει μια ατμόσφαιρα γοητευτικής παρακμής που συνυπάρχει με μία καθημερινότητα γεμάτη ζωντάνια.

Ερμούπολη, εμπορικός δρόμος.

Ερμούπολη, εμπορικός δρόμος.

Το μείγμα αυτό γοητεύει αμέτρητο κόσμο κάθε καλοκαίρι. Κάποιοι αποφάσισαν, για διαφορετικούς ο καθένας λόγους, να μην μείνουν εποχιακοί μόνο επισκέπτες. Άφησαν τις ζωές τους στις πόλεις για να εγκατασταθούν στην Ερμούπολη. Πολλοί από τους κατ’ επιλογήν αυτούς νησιώτες έφθασαν για να ξεκινήσουν ένα νέο κεφάλαιο στην ζωή τους. Όλοι όσοι υιοθέτησαν την Ερμούπολη ως τόπο κατοικίας συμφωνούν πως η πολιτιστική της κίνηση, το αρχιτεκτονικό της κάλλος, η φυσική ομορφιά και το πνεύμα των κατοίκων της είναι που τους κάνουν να αισθάνονται ευτυχείς κάτοικοι της «πρωτεύουσας του Αιγαίου».Χριστίνα και Στεφανία, συνάδελφοι στο Επιμελητήριο και φίλες

Η Χριστίνα Σαρρή και η Στεφανία Παπακώστα δεν γνωρίζονταν πριν εγκατασταθούν στην Σύρο. Γνωρίστηκαν στον χώρο εργασίας τους, στο Επιμελητήριο Κυκλάδων, και έγιναν φίλες. Ήλθαν και οι δύο στην Σύρο το 2018, με διαφορά κάποιων μηνών. Τώρα κλείνουν και η μία και η άλλη τρία χρόνια στο νησί. Η Χριστίνα ασχολείται με την επικοινωνία και το marketing, η Στεφανία με την επικοινωνία και το branding. Αμφότερες είναι σαράντα-κάτι ετών.

Χριστίνα Σαρρή και Στεφανία Παπακώστα.

Τις πρωτοσυνάντησα πέρσι στο κτίριο του Επιμελητηρίου, που στεγάζεται στο εντυπωσιακό (και προσεκτικά αποκατεστημένο) αρχοντικό Πρασακάκη, ένα από τα αναρίθμητα νεοκλασικά μέγαρα της Ερμούπολης. Τις ουρανίες και τους τοίχους του μεγάρου κοσμούν τοιχογραφίες. Τόσο η Χριστίνα, όσο και η Στεφανία, βρέθηκαν στην Σύρο χάρη στην δουλειά τους στο Επιμελητήριο.

Τοιχογραφίες στο Μέγαρο Πρασακάκη που στεγάζει το Επιμελητήριο Κυκλάδων.

«Από το Επιμελητήριο με βρήκαν και μου πρότειναν να εργαστώ ως σύμβουλος διοίκησης για θέματα επικοινωνίας και ανάπτυξης, καθώς έψαχναν κάποιον με πείρα και γνώσεις της επικοινωνίας και του marketing» λέει η Χριστίνα Σαρρή. «Η δουλειά και το αντικείμενο μου άνοιξαν τον δρόμο.» Υπήρχε, όμως, και η διάθεση να φύγει από την Αθήνα. «Ως τα δεκαοκτώ έζησα στο Λεωνίδιο· στην Αθήνα ήλθα για σπουδές. Μεγάλωσα στο Λεωνίδιο σε ένα μεγάλο πέτρινο σπίτι του 1870. Στην Αθήνα περιοριστήκαμε με τον αδελφό μου σε ένα διαμέρισμα!»

Η Χριστίνα εργάσθηκε σε πολυεθνικές επί 26 χρόνια, κυρίως στον κλάδο επικοινωνίας, διαφήμισης και ανεύρεσης πόρων. «Μισθολογικά ήταν καλά», λέει. Όπως όλοι όσοι διάλεξαν την ζωή στην Ερμούπολη, όμως, προσθέτει πως η ζωή στην Αθήνα είχε χάσει την χάρη της, καθώς ήταν συνεχώς «στο τρέξιμο». «Ήθελα μιάμιση ώρα να φθάσω στο γραφείο. Δεν ζούσα την πόλη, δεν την χαιρόμουν – από την δουλειά στο σπίτι ήμουν. Άρχισα να πνίγομαι και να αναζητώ νέο ξεκίνημα.» Είχε επισκεφθεί την Σύρο για επαγγελματικούς λόγους δεκαπέντε χρόνια πριν μετοικήσει εκεί· είχε μια πολύ γενική ιδέα του μέρους, που περιοριζόταν στην ομορφιά της Ερμούπολης.

Εργασιομανής, η Χριστίνα διευκρινίζει πως το γεγονός ότι η δουλειά της τής αρέσει κάνει την διαμονή της στην Σύρο πιο εύκολη. «Το Επιμελητήριο Κυκλάδων είναι πολύ ενεργό. Η δουλειά είναι πολύ ενδιαφέρουσα, η ομάδα εξαιρετική και το έργο που γίνεται σημαντικό. Εστιάζουμε σε γαστρονομία, τουρισμό, εκπαίδευση. Είναι για μένα σημαντικό να βλέπεις πως η δουλειά σου έχει όραμα και τρόπο υλοποίησης. Παράλληλα, οι συνθήκες και το περιβάλλον εργασίας εδώ είναι πολύ πιο ανθρώπινα.» Η Χριστίνα και η Στεφανία αφιερώνουν πολύ χρόνο στην ανάπτυξη του δικτύου Aegean Cuisine, μια πρωτοβουλία του Επιμελητηρίου που αφορά στην ανάδειξη και προώθηση του γαστρονομικού πλούτου και πολιτισμού των Κυκλάδων. Περιλαμβάνει την σηματοποίηση παραδοσιακών προϊόντων των Κυκλάδων και εστιατορίων που τα σερβίρουν. «Πρόσφατα ολοκληρώσαμε τον τρίτο κύκλο: έχουν σηματοποιηθεί 189 εστιατόρια και 81 παραγωγοί σε όλες τις Κυκλάδες» λέει.

Παραδοσιακά προϊόντα των Κυκλάδων που προωθεί το πρόγραμμα Aegean Cuisine.

Η Χριστίνα κατοικεί σε ένα μικρό διαμέρισμα σε ιστορικό κτίριο, λίγα μέτρα από το μέγαρο Πρασακάκη. «Είναι πολύ ωραία να περπατάς το πρωί για το γραφείο και να νιώθεις το αεράκι του Αιγαίου – είναι εξαγνιστικό! Το φως του ηλίου σου φτιάχνει την διάθεση.» Σημειώνοντας πως οι ρυθμοί της δουλειάς της είναι εντατικοί, τονίζει πως δεν ήλθε στην Σύρο για να έχει μικρότερο φόρτο εργασίας. «Ήλθα για να ζήσω πιο ήσυχα, πιο απλά. Μια γαλήνη, μια απλότητα, αυτό αποζητούσα.»

Όσο για την Ερμούπολη, είναι μια πόλη ζωντανή, τονίζει. «Έχει πάνω από 20 000 κατοίκους και οι φοιτητές τής δίνουν επιπλέον ζωή: είναι γεμάτη νέους ανθρώπους που κάνουν σχέδια για το μέλλον. Εδώ στεγάζεται το τμήμα βιομηχανικού σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Η ομορφιά της πόλης και η ζωντάνια της προσελκύουν πολλούς ξένους, που αγοράζουν σπίτια και θέλουν να μείνουν είτε μόνιμα είτε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου εδώ. Ανάμεσά τους πολλοί νέοι. Η τάση για εγκατάσταση σε μέρη πιο μικρά, πιο ήρεμα, πιο ασφαλή κερδίζει συνεχώς έδαφος στον ανεπτυγμένο κόσμο.»

Οι περισσότεροι από μας γνωρίζουμε την Ερμούπολη μόνο το καλοκαίρι. Πολλοί εκδρομείς την προτιμούν την άνοιξη και το φθινόπωρο, λέει η Χριστίνα. «Είναι κοντά στην Αθήνα και η πρόσβαση είναι εύκολη. Ησυχάζει πολύ το φθινόπωρο, αλλά δεν ερημώνει.» Τα φεστιβάλ, για τα οποία φημίζεται η Σύρος, λαμβάνουν χώρα το καλοκαίρι: το Jazz Festival, το φεστιβάλ ρεμπέτικου, το αφιερωμένο στα κόμικς Anima Syros, το Φεστιβάλ Αιγαίου, το Stray Art Festival.

Κατάλογος από έκθεση στο Cafe Plastico, σε σχέδιο της Κιάρα Αλιόττα. Η έκθεση, κατά το Jazz Festival Σύρου 2020, ήταν αφιερωμένη στην τζαζ όπως αποτυπώνεται στα ελληνικά κόμικς.

«Τον χειμώνα έχουμε το θέατρο, που πριν την πανδημία ήταν πολύ ζωντανό, τον κινηματογράφο, και μέρη όπως το Café Plastico που διοργανώνουν εκθέσεις. Η ανάγκη αυτή για την τέχνη, το θέατρο, τις παρουσιάσεις, τις εκθέσεις είναι πολύ έντονη στα νησιά. Τα αναζητούμε πολύ. Μέχρι τις επτά-οκτώ έχει κάποια κίνηση, μετά η Ερμούπολη ησυχάζει αλλά κάποια καφέ στην παραλία παραμένουν ανοικτά. Στην Αθήνα πάντα έχεις κάτι να κάνεις, αν έχεις φίλους πάντα μπορείς να βγεις έξω. Εδώ στρέφεσαι πολύ περισσότερο στον εαυτό σου, κάτι που σε βοηθά, σε ενδυναμώνει.»

Η μεγάλη ανησυχία της Χριστίνας ήταν πως η Σύρος είναι μια μικρή κοινωνία, εξ ορισμού πιο «κλειστή» από εκείνη της μεγαλούπολης. «Στην δική μου ηλικία οι περισσότεροι είναι με τις οικογένειές τους, τα παιδιά τους, την ζωή τους. Στην επαρχία επειδή όλοι γνωρίζουν όλους, δεν είσαι ποτέ incognito.» Μετά από τρία χρόνια, πάντως, θεωρεί πως είναι κυρίως θέμα χαρακτήρα, του πώς οργανώνεις την ζωή σου και πόσο ανοικτός είσαι σε νέες παρέες.

Όσο για την καραντίνα, στην Σύρο –όπως και στις περισσότερες επαρχιακές πόλεις– πέρασε πολύ πιο «ελαφρά» απ’ ό,τι στην Αθήνα. «Σε μια περιοχή με τόση ομορφιά σε βοηθά πολύ το εξωτερικό περιβάλλον στο να είσαι περισσότερο ήρεμος. Μας έσωσε και το ότι δεν δουλεύαμε συνεχώς από το σπίτι, ερχόμασταν συχνά και στο γραφείο.»

Η Στεφανία Παπακώστα μεγάλωσε κι εκείνη στην επαρχία, στην Καρδίτσα, και ήλθε στην Αθήνα για σπουδές. «Το πρώτο μου πτυχίο ήταν αρχαιολογία και ιστορία της τέχνης· το μεταπτυχιακό μου το έκανα στην πολιτιστική διαχείριση.» Την «εντόπισε» κι εκείνη το Εμπορικό Επιμελητήριο Κυκλάδων. «Με πλησίασαν αναφορικά με μία δουλειά που είχα κάνει σχετική με την γαστρονομία – το επιμελητήριο δίνει μεγάλη σημασία στην Aegean Cuisine. Ήμουν σε μία φάση που ήθελα να κάνω μια αλλαγή, δεν είχα όμως σκεφτεί να φύγω από την Αθήνα.»

Την Στεφανία γρήγορα την κέρδισε η ομορφιά του μέρους. «Η Ερμούπολη είναι πανέμορφη. Αν χαθείς μες στα στενά, ανακαλύπτεις συνεχώς όμορφα σημεία, κάτι που δεν είχες προσέξει – μια μπουγκαμβίλια, την σιδεριά σε ένα μπαλκόνι. Αλλά και πέραν της πόλης, το ίδιο το νησί είναι πολύ όμορφο. Τώρα με την καραντίνα άρχισα να το γνωρίζω πραγματικά: πήγαινα συνεχώς για πεζοπορία και ανακάλυψα πολλές γωνιές του. Την Σύρο νιώθω πως δεν την έχω γνωρίσει ακόμη όλη, ότι έχω πράγματα να πάρω, γι αυτό και δεν έχω κουραστεί. Δεν είμαι έτοιμη να φύγω.»

Η Ερμούπολη είναι μια πόλη ζωντανή και τον χειμώνα, χάρη στο πλήθος των φοιτητών και των νέων κατοίκων της. Εδώ κοντά στον Άγιο Νiκόλαο στα Βαπόρια.

Πολλοί υποθέτουν πως η μετεγκατάσταση στην επαρχία συνεπάγεται και «χαλαρότερους» ρυθμούς δουλειάς. Η Στεφανία, ωστόσο, συμφωνεί με την Χριστίνα: οι ρυθμοί εργασίας της είναι εντατικοί, όπως ακριβώς επιθυμούσε. «Η Ερμούπολη είναι μια μικρή πόλη αλλά τα προγράμματα που δουλεύουμε έχουν μεγάλη εμβέλεια, σε όλες τις Κυκλάδες. Με την δουλειά στο Επιμελητήριο δεν αισθάνεσαι ότι είσαι απομονωμένος σε μια επαρχία όπου τα πράγματα προχωρούν αργά. Οι ταχύτητες τρέχουν σε ρυθμούς αθηναϊκούς, δεν έχουμε όμως το άγχος της καθημερινής μετακίνησης.» Μένει λίγα μέτρα μακριά από το γραφείο της, ενώ για τις μεγάλες αποστάσεις χρησιμοποιεί μηχανή.

Με το που ήλθε στην Ερμούπολη έδωσε μεγάλη σημασία στην προσαρμογή. «Άργησα πολύ να πάω στην Αθήνα, δεν ήθελα να ζω με το ένα πόδι εδώ και το άλλο εκεί. Αρχικά, πήγαινα κάθε δύο μήνες.» Στο κοινωνικό επίπεδο, η Στεφανία θεωρεί πως η Ερμούπολη σου παρέχει ευκαιρίες. «Έχει πολλούς φοιτητές, δημόσιους υπαλλήλους και ξένους που ζουν μόνιμα. Βρίσκεις ανθρώπους να κάνεις ωραίες συζητήσεις. Επειδή είναι μικρή κοινωνία, τους βρίσκεις εύκολα μαζεμένους στα στέκια τους. Πολλούς νέους τους απασχολεί η ανάπτυξη του τόπου τους και θέλουν να εκπαιδεύονται και να ενημερώνονται.»

Όπως πολλοί ξένοι που εγκαταστάθηκαν στην Ερμούπολη, η Στεφανία έτρεξε να συμμετάσχει στα σεμινάρια δια βίου μάθησης που οργανώνει η Βαρδάκειος ΣχολήΒαρδάκειος Σχολή Ερμούπολης. «Ξεκίνησα ιστορία της τέχνης στην Βαρδάκειο. Είχα την τύχη να βρεθώ σε μια ετερόκλητη ομάδα με ανθρώπους με διαφορετικά ενδιαφέροντα και γίναμε μια ωραία παρέα. Παράλληλα, ξεκίνησα γιόγκα.» Βρίσκει υπέροχο τον θερινό κινηματογράφο, ανάμεσα στα ιστορικά κτίρια της Πλατείας Μιαούλη. «Είναι σαν σκηνικό, σαν να έχει σταματήσει ο χρόνος» λέει.

Το μέγαρο της άλλοτε Νομαρχίας Κυκλάδων, από τα ωραιότερα νεοκλασικά μέγαρα της πόλης, στεγάζει σήμερα την Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου.

Στην καραντίνα ήλθαν στην Σύρο πολλοί νέοι, Έλληνες και ξένοι, που θεώρησαν πως θα ήταν ευκολότερη η δοκιμασία στο νησί. «Όπως παντού, ήταν δύσκολο το ότι δεν είχες πολλά πράγματα να κάνεις. Εδώ ήταν ευκολότερο απ’ ό,τι στις μεγάλες πόλεις γιατί μόλις έβγαινες να περπατήσεις και έβλεπες την Ερμούπολη και την θάλασσα, ξέφευγες» εξηγεί η Στεφανία. «Εμένα με έσωσε η πεζοπορία και οι συναντήσεις στα σπίτια με τους φίλους της “φούσκας” μου.» Κάποιοι από τους «ξένους της πανδημίας» αποφάσισαν τελικά να μείνουν στο νησί, προσθέτοντας μια νέα συνισταμένη σε έναν πληθυσμό ήδη ετερόκλητο. «Με το που τελείωσε η καραντίνα, έγινε βροχή εκθέσεων. Η δυσκολία είναι στην διοργάνωση, ο κόσμος εισπράττει αυτές τις δράσεις με μεγάλη χαρά και τηρεί ευλαβικά τα μέτρα.»Τσίνγερι, μια Νιγηριανή στην Σύρο

Η Τσίνγερι Όγκμπουεμπου (41) γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Λάγκος της Νιγηρίας και ζει στην Σύρο εδώ και οκτώμισι χρόνια. Λόγω του χρώματός της είναι «εμφανής» μειονότητα, ενώ βρίσκεται στην καταλληλότερη θέση να αξιολογήσει κατά πόσον η τοπική κοινωνία είναι ανοικτή και ανεκτική ή όχι. «Στην Σύρο ζουν μόνιμα ξένοι εδώ και πολλά χρόνια. Έχει λίγους ακόμη Αφρικανούς, μπορώ να πω πως εγώ είμαι η πιο ενταγμένη στην τοπική κοινωνία» λέει.

Ο σύζυγός της, Γιώργος Τερζής, είναι τέκνο μεικτού γάμου. «Η μητέρα του είναι από την Ρουμανία, ο πατέρας του από το Άργος. Ο Γιώργος ήλθε εδώ παιδί καθώς ο πατέρας του, δημόσιος υπάλληλος, τοποθετήθηκε εδώ. Πήγε στην Σύριο γυμνάσιο και λύκειο, μετά σπούδασε στην Ρουμανία. Σήμερα, ζουν στην Σύρο με τους δύο γιους τους, τον Ερμή (6) και τον Περσέα (4). «Εμείς είμαστε ξετρελαμένοι με την Σύρο, όλοι μας» λέει. Τον Ερμή τον ονομάτισαν προς τιμήν της Ερμούπολης. «Αλλά μας αρέσει και η ίδια η μορφή του θεού Ερμή. Ο Γιώργος είναι ξετρελαμένος με την αρχαία Ελλάδα και την μυθολογία» λέει. «Το Περσέας το διαλέξαμε γιατί ψάχναμε ένα όνομα να έχει σχέση με τον Ερμή: ο Ερμής είχε βοηθήσει τον Περσέα να σκοτώσει την Μέδουσα. Επιπλέον ας μην ξεχνάμε ότι ήταν από το Άργος, κατέληξε στις Κυκλάδες (Σέριφο) και πήρε μια πριγκίπισσα από την Αιθιοπία για γυναίκα του.»

Η Τσίνγερι στα στενά της Ερμούπολης.

Με τον Γιώργο γνωρίστηκαν στο Λάγκος. «Είχε σπουδάσει στην Ρουμανία καλές τέχνες και ήλθε στο Λάγκος να μελετήσει τις τελετουργικές ρίζες της καποέιρα. Εγώ ανήκω στην φυλή Ίγκμπο, που κατοικεί στην νοτιοανατολική Νιγηρία. Ο παππούς μου ήταν θεραπευτής στο χωριό και σαμάνος – ένα μείγμα ιερέα και βοτανολόγου. Δυστυχώς, ένας εγγονός του, εξάδελφός μου, έγινε ευαγγελιστής πάστορας και κατέστρεψε το ιερό, την ευθύνη του οποίου είχε ο παππούς μου…» ιστορεί, περιγράφοντας τις αλλαγές μιας ζωής στο χωριό που η ίδια δεν γνώρισε.

«Εγώ, οι πέντε αδελφές και ο αδελφός μου μεγαλώσαμε στο Λάγκος. Η Σύρος και το Λάγκος, η μέρα με την νύχτα! Είναι μια χαοτική μεγαλούπολη με είκοσι εκατομμύρια κατοίκους. Στα τριάντα δύο άφησα το Λάγκος για την Ελλάδα.» Ο Γιώργος τον χειμώνα ζωγραφίζει και στην σεζόν φτιάχνει παγωτό στο Dai Daddi, ένα γνωστό παγωτατζίδικο. «Εγώ κάνω διάφορα, δουλεύω σε καταστήματα και online, εξυπηρέτηση πελατών για την Microsoft.»

Είναι κατηγορηματική πως στην Σύρο έτυχε πολύ καλής υποδοχής. «Εμένα προσωπικά μου φέρθηκαν πολύ σωστά. Μου χαμογελούσαν και με χαιρετούσαν κι ας μην με ήξεραν. Νομίζω λόγω της ιστορίας της η Σύρος είναι πιο ανοικτή – είναι μια κοινωνία όπου συνυπάρχουν δύο μικρόκοσμοι, οι Καθολικοί αυτόχθονες και οι Ορθόδοξοι που ήλθαν με την Επανάσταση. Μετά ήλθαν να εγκατασταθούν εδώ Έλληνες από πολλά άλλα μέρη και ξένοι.»Την ρωτώ αν η ίδια έπεσε θύμα κοινωνικής προκατάληψης στην Σύρο, όπου η κοινωνική διαστρωμάτωση παραμένει έντονη. «Όχι» λέει. «Ούτε γιατί είμαι μαύρη, ούτε για κοινωνικά κριτήρια.»

Προσπαθεί, η ίδια, να βρίσκει συνέχεια τρόπους να απασχοληθεί. «Στην Σύρο, για να περνάς καλά, πρέπει εσύ ο ίδιος να βρεις κάτι να κάνεις, κάτι που να σε ενδιαφέρει. Μετά την δουλειά, παίζω ποδόσφαιρο σε μια ερασιτεχνική ομάδα γυναικών η οποία λέγεται Περσέας, όπως και ο γιός μου. Οι γυναίκες που την ίδρυσαν ήλθαν από την Αθήνα…»

Η Τσίνγερι και ο Γιώργος προσπαθούν να περάσουν στον Ερμή και τον Περσέα ολόκληρο το πολιτιστικό απόθεμα της δικής τους ανατροφής. «Αρχικά, ο Γιώργος μιλούσε στα παιδιά ελληνικά και ρουμανικά, εγώ αγγλικά και ίγκμπο. Τώρα ο Γιώργος τους μιλά μόνο ρουμανικά κι εγώ μόνο ίγκμπο, γιατί ελληνικά και αγγλικά ακούν παντού και θα τα μάθουν και στο σχολείο. Οι ντόπιοι τα αγκάλιασαν τα παιδιά μου – είναι μιγάδες, είναι κουκλάκια, τραβούν αμέσως την προσοχή και το ενδιαφέρον.»

Όπως παρατηρούν και πολλοί άλλοι νέοι γονείς, η Τσίνγερι τονίζει πως η Σύρος είναι ένα ασφαλές μέρος, κατάλληλο για να μεγαλώσεις παιδιά. «Καμιά φορά, βέβαια, σου κάνουν άσχετες παρατηρήσεις. Όταν ήταν μωρά, τα έβαζα στην πλάτη με ύφασμα, όπως κάνουμε στην δυτική Αφρική. Με ρωτούσαν οι Συριανοί, άμα σου πέσει το παιδί θα το καταλάβεις;» λέει γελώντας. «Η αλήθεια είναι πως έχω λίγο άγχος πώς θα τους φέρονται όταν μεγαλώσουν.»Δέσποινα και Μάνος, καταστηματάρχες στην σκιά του Θεάτρου Απόλλων

Η Δέσποινα Φουστάνου (43) και ο Μάνος Μαστοράκης (36), Ερμουπολίτες κατ’ επιλογή, είναι έμποροι. Τα καταστήματά τους βρίσκονται σε απόσταση λίγων μέτρων, πάνω στην πλατεία του Θεάτρου Απόλλων, και τα σπίτια τους επίσης πολύ κοντά. Το Kycllada της Δέσποινας πωλεί κοσμήματα, ρούχα και αξεσουάρ, η Χίμαιρα του Μάνου αντικείμενα τέχνης – κεραμεικά, αντικείμενα από αλουμίνιο, υφάσματα.

Μεγάλωσαν στην Αθήνα αλλά, όπως και η Χριστίνα και η Στεφανία, γνωρίστηκαν κι έγιναν φίλοι στην Σύρο. Το παρατηρούν πολλοί που έζησαν και στην Σύρο και στην Αθήνα: σε μια κοινωνία πιο μικρή, είναι πιο εύκολο άνθρωποι με κοινά ενδιαφέροντα να γνωριστούν και να κάνουν παρέα.

Μοναχοπαίδι, η Δέσποινα κατάγεται από γνωστή οικογένεια εφοπλιστών του νησιού. «Ερχόμουν εδώ κάθε καλοκαίρι, από μικρή. Τα καλοκαίρια μου τα πέρασα στην Δελαγκράτσια. Αλλά οι παρέες μου ήταν όλες καλοκαιρινοί επισκέπτες, όπως εγώ – δεν ζούσαν μόνιμα στο νησί» λέει. Το σπίτι των Φουστάνων στην Ντελαγκράτσια είναι από τα ωραιότερα νεοκλασικά μέγαρα του νησιού που σώζονται και η Δέσποινα ένα από τα ελάχιστα μέλη της άλλοτε μεγαλοαστικής τάξης της Σύρου που ζει στο νησί.

Η Δέσποινα Φουστάνου στο Kycllada.

«Το μαγαζί υπάρχει από το 1986, το λειτουργούσε η μητέρα μου μόνο τον Αύγουστο. Ήταν πολύ μικρότερο απ’ όσο είναι τώρα» λέει η Δέσποινα. «Μετά το σχολείο, σπούδασα στην δραματική σχολή Καζάκου. Όταν ήμουν 22 με 26, μετά την σχολή, αποφάσισα να ασχοληθώ πιο σοβαρά με το μαγαζί και να μένω στην Σύρο. Είχα κάπως απογοητευθεί από τον κόσμο του θεάτρου. Έφερνα πράγματα εδώ απευθείας από Λονδίνο και Παρίσι – πετούσα εκεί και επέστρεφα, χωρίς να περνώ καν από Αθήνα. Τότε, πριν την κρίση, ήταν τα πράγματα καλά εδώ. Ήμουν και σε έναν θεατρικό όμιλο και το ευχαριστιόμουν. Ίσως και να ήταν θέμα ηλικίας.»

Μετά ήλθαν οι δυσκολίες. «Μεταξύ 26 και 39 ετών έζησα στην Αθήνα. Αφενός είχα κουραστεί λίγο με το μαγαζί, αφετέρου ήθελα να περνώ περισσότερο χρόνο με τον πατέρα μου, που ήταν μεγάλης ηλικίας. Έκανα στο Κολωνάκι χονδρική. Το μαγαζί εδώ βέβαια λειτουργούσε, το άνοιγε η μητέρα μου για την σεζόν και ερχόμουν κι εγώ τον Αύγουστο. Στα 33 έχασα τον πατέρα μου, που ήταν ηλικιωμένος· στα 36 έχασα την μητέρα μου νεότατη, εντελώς ξαφνικά. Επέστρεψα στην Σύρο το 2017 – με τραβούσε το νησί σαν μαγνήτης, ένα είδος επιστροφής στις ρίζες.»

Συνήθως η Kycllada κλείνει στις 28 Οκτωβρίου και ανοίγει ξανά στις 25 Μαρτίου – «πάμε με τις σημαίες» γελά η Δέσποινα, που ως σχεδιάστρια κοσμημάτων χρησιμοποιεί το καλλιτεχνικό Deppy Fous. Συνήθως Οκτώβριο-Νοέμβριο-Δεκέμβριο ήμουν Αθήνα, Φεβρουάριο-Μάρτιο κλεινόμουν στην Ντελαγράτσια και σχεδίαζα κοσμήματα για το καλοκαίρι. Το σπίτι της Ντελαγκράτσια θεωρούσα πάντα σπίτι μου. Επειδή πέρασα τα καλοκαίρια μου εκεί, ήταν το σπίτι της ελευθερίας. Πάντα σκεφτόμουν ότι μεγάλη θα ερχόμουν εδώ, με τα βιβλία μου. Τώρα έγινε.»

Είναι πολύ ευκολότερη η εγκατάσταση για όποιον έρχεται με την σχέση του, λέει. «Για μας που δεν είμαστε σε σχέση, είναι πιο δύσκολο. Σε ένα μικρό μέρος, δε, είναι πολύ εύκολες οι παρεξηγήσεις. Τον χειμώνα μου λείπει η συντροφιά, περνώ ώρες μιλώντας με φίλους, που βρίσκονται σε διάφορα μέρη, στο messenger. Αλλά, ως μοναχοπαίδι, κάνω πολύ καλή παρέα με τον εαυτό μου.»

Η καραντίνα έκανε την Δέσποινα να κλειστεί για καιρό στην Ντελαγκράτσια. «Έφτιαξα τον κήπο και φρόντισα το σπίτι. Είχα συχνές επισκέψεις, δεν την πολυένιωσα την καραντίνα. Έκανα κουγκ φου και εκτονωνόμουν.» Η πανδημία δεν επέτρεψε να γίνουν δια ζώσης και τα σεμινάρια της Βαρδακείου Σχολής, στα οποία είχε στο παρελθόν συμμετάσχει. «Έκανα ιστορία τέχνης, ιταλικά, τώρα σχεδιάζω να κάνω δημιουργική γραφή» λέει.

Η Δέσποινα Φουστάνου στο Kycllada.

«Φέτος το καλοκαίρι η Σύρος πνίγεται στον κόσμο!» λέει. Πράγματι, η τουριστική κίνηση έχει πλησιάσει τα επίπεδα του 2019. «Αυτό που μου λείπει ιδιαίτερα είναι η καλλιτεχνική κίνηση. Φέτος δεν πραγματοποιήθηκε το Φεστιβάλ Όπερας, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αιγίου. Για μένα αυτό ήταν πάντα η κορύφωση της χρονιάς. Το φεστιβάλ όπερας15o Διεθνές Φεστιβάλ Αιγαίου: Τιμώντας τον Mozart και τον Beethoven | culturenow.gr, που συνδιοργανώνει η MidAmerica Productions με τον Δήμο Σύρου, έβαλε το νησί στον χάρτη για πολλούς λάτρεις της όπερας ανά την Ευρώπη. Όσο για τις θεατρικές ομάδες, οφείλω να πω πως πρέπει να γίνει ακόμη πολλή δουλειά.»

Την φετινή σεζόν άνοιξε μαγαζί και στην Τήνο, αλλά αποφάσισε να μην προχωρήσει. «Όσο ήμουν στην Τήνο μου έλειπε η Σύρος. Γυρίζοντας εκτίμησα την Ερμούπολη – τον πολιτισμό, την κίνηση, ωραία καθημερινότητα. Αυτή μου έλειπε στην Τήνο, όχι η Αθήνα. Τότε κατάλαβα, με τον καλύτερο τρόπο, πως δεν θέλω να φύγω από εδώ!»

Τα τελευταία χρόνια, παρατηρεί, έχουν εγκατασταθεί στην Ερμούπολη πολλοί νέοι από διάφορα μέρη, τους οποίους χαρακτηρίζει New Age. «Είναι εναλλακτικοί και κάπως μου θυμίζουν το Κουκάκι. Είναι τρέντι, χίπστερ, ασχολούνται με τον χορό, το σχέδιο. Πρώτη τους επιλογή είναι η Άνω Σύρος, αλλά επειδή είναι μακριά καταλαβαίνουν γρήγορα ότι δεν τους βολεύει και κατεβαίνουν Ερμούπολη. Εδώ, η πόλη κινείται και έχει ακόμη να προσελκύσει πολλούς.»

Ο Μάνος επίσης έχει μια καταγωγή από την Σύρο, την οποία όμως δεν την έζησε παιδί. «Η μητέρα μου γεννήθηκε και μεγάλωσε εδώ ως τα δεκαοκτώ. Τα καλοκαίρια σαν παιδί είχα έλθει κάποιες φορές, λίγες όμως. Μετά τα 23 άρχισα να έρχομαι πιο συστηματικά και γνώρισα τον τόπο.» Στην Αθήνα εργαζόταν, όπως η Χριστίνα και η Στεφανία, σε εταιρείες, πολυεθνικές και ελληνικές. «Είχα κουραστεί από τα ωράρια και την κίνηση, την οδήγηση. Την Αθήνα δεν την ζούσα. Αυτός ο πρώτος λόγος που ήλθα εδώ. Μετά έπρεπε να βρω και τι θα κάνω.»

O Μάνος Μαστοράκης στην Χίμαιρα.

Μεταξύ των νησιών, η Σύρος ήταν η προφανής επιλογή. «Εδώ γνώριζα το μέρος, είχα σπίτι να μείνω. Εδώ τον χειμώνα έχει θέατρο, κινηματογράφο, εστιατόρια, όλα ανοικτά. Προφανώς δεν θα πήγαινα στην Ανάφη να μείνω τον χειμώνα!» λέει. «Ήλθα στην Ερμούπολη το καλοκαίρι του 2019 και αποφάσισα να μην φύγω τον χειμώνα. Τον Ιανουάριο του 2020 αποφάσισα να ανοίξω το μαγαζί. Είχα κατά νου ότι μου αρέσουν αυτού του είδους τα αντικείμενα, αλλά δεν το είχα ακριβώς στο μυαλό.»

Η Χίμαιρα πηγαίνει πολύ καλά. Είναι βασικό όμως να σου αρέσει η ζωή σε έναν τόπο, για να σε κρατήσει, τονίζει ο Μάνος. «Παρά την πανδημία, τον χειμώνα υπήρχε μια ωραία κοινωνικότητα στην Σύρο. Καθώς τα κρούσματα ήταν λίγα, τα μαγαζιά εδώ δεν ήταν συνεχώς κλειστά: υπήρχε μια αίσθηση ασφάλειας.» Επιβεβαιώνει κι εκείνος πως τον χειμώνα ήλθαν πολλοί να «βγάλουν» την καραντίνα εδώ, καθώς οι συνθήκες είναι καλύτερες από ό,τι σε μία μεγαλούπολη. «Ανάμεσά τους ήταν αρκετοί ξένοι», λέει.

Μιλά για «καταιγισμό εκθέσεων» το καλοκαίρι. «Έχουμε πολλές επιλογές. Φιλοξενώ κι εγώ εκθέσεις στην Χίμαιρα, ατομικές και συλλογικές, θεματικές, αλλά το καλοκαίρι. Τον χειμώνα το κοινό είναι περιορισμένο. Το βιβλιοπωλείο Βιβλιοπόντικας είναι σημείο αναφοράς, οι δράσεις του έχουν μεγάλη απήχηση.» Όσον αφορά την ζωή του θεάτρου, θεωρεί πως «θέλει ένα σπρώξιμο» ως έχει. «Μην γελιέστε με τα κτίρια. Έχουμε το Θέατρο Απόλλων, μια εξαίρετη υποδομή, και πρέπει να χρησιμοποιείται σωστά. Τον χειμώνα έχει προβολές από την ΜΕΤ και άλλες όπερες, οι πραγματικές παραστάσεις όμως είναι κυρίως από μικρούς, τοπικούς θιάσους.»

Η ουρανία του Θεάτρου Απόλλων εικονίζει τους Όμηρο, Ευριπίδη, Αισχύλο και Dante, Μozart, Verdi, Rossini, Donizetti, Bellini.

Ένα παράδοξο της συριακής κοινωνίας που επισημαίνει και ο Μάνος είναι πως είναι ταυτόχρονα και ανοικτή στους ξένους και διαστρωματωμένη ταξικά. Μιλά για την ανθρωπογεωγραφία των τάξεων στην Ερμούπολη. «Η Πλατεία Μιαούλη, του δημαρχείου, αποτελεί ορόσημο. Ανατολικά και βόρεια κατοικεί η αστική τάξη και ό,τι απομένει από την μεγαλοαστική. Δυτικά και νότια κατοικεί η εργατική τάξη, μέχρι το νεώριο. Η διαφορά φαίνεται και στις οικοδομές.» Οι Καθολικοί υπερτερούν απολύτως στην Άνω Σύρο και τα χωριά και ανήκουν, συντριπτικά, στην εργατική τάξη. «Οι Καθολικοί ήταν για αιώνες κτηνοτρόφοι και γεωργοί σε πολύ μικρή κλίμακα. Η αγροτική παράδοση μεταλλάχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε εργατική. Στην Σύρο ισχύει ακόμη σε μεγάλο βαθμό ότι τα παιδιά της εργατικής τάξης παραμένουν σε αυτήν – πάρα πολλοί νέοι πηγαίνουν σε ΕΠΑΛ και όχι σε γενικό λύκειο» παρατηρεί.

Ως προς τους ερχόμενους απ’ έξω, πάντως, η τοπική κοινωνία είναι ανεκτική. «Δεν υπάρχει μεγάλη ανάμειξη των ερχόμενων από την Αθήνα με τους γηγενείς. Ακόμη και οι χώροι που συχνάζουν είναι διαφορετικοί. Πάντως η σχέση, ιστορικά, με το εμπόριο, ίσως και το μείγμα Καθολικών-Ορθοδόξων, κάνει την τοπική κοινωνία να είναι ανεκτική, φιλόξενη.»

Η τελική του αποτίμηση είναι πως δεν έχει κουραστεί από την Σύρο και δεν έχει μετανιώσει ούτε μια στιγμή για την μετεγκατάστασή του. «Τον χειμώνα πήγα στην Αθήνα μια εβδομάδα μόνο. Ήταν βέβαια και η πανδημία, αλλά δεν την είχα ανάγκη περισσότερο.»Κιάρα: μετά από περιπλανήσεις, ο έρωτας την έφερε στην Σύρο

Η Κιάρα Αλιόττα (40) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Σικελία. Σπούδασε και εργάσθηκε στο Μιλάνο και σήμερα συμπληρώνει ένδεκα χρόνια στην Ελλάδα. Μαζί με τον σύζυγό της, Σπύρο Μπαρά, δημιούργησαν το πρώτο art café της Ερμούπολης, σημείο συνάντησης των καλλιτεχνών και των νέων διανοούμενων της πόλης. Εκεί τους συνάντησα και συνοδέψαμε την κουβέντα με εσπρέσσο και τις φοκατσίνες και το τιραμισού της Κιάρα. Όπως θα περίμενε κανείς, το Plastico είναι στέκι όλων όσοι μιλούν στο παρόν αφιέρωμα.

Κιάρα Αλιόττα και Σπύρος Μπαράς στο Plastico.

«Σπούδασα στο Πολυτεχνείο του Μιλάνο, σχεδιασμό και επικοινωνία. Εξειδικεύθηκα στο web design και το branding και εργάσθηκα σε μεγάλες εταιρείες. Η ζωή στο Μιλάνο ήταν σε πολύ έντονους ρυθμούς. Τα πάντα είναι πολύ ακριβά. Αν έχεις χρήματα δεν έχεις καθόλου χρόνο, αν έχεις χρόνο για τον εαυτό σου δεν έχεις χρήματα.» Η γνωριμία της με τον Σπύρο, στην Σικελία, άλλαξε την ζωή και των δυο τους σε πολλαπλά επίπεδα.

«Ο Σπύρος ερχόταν στην Σικελία κάθε καλοκαίρι να δει φίλους, που τους είχε γνωρίσει στα ελληνικά νησιά. Γνωριστήκαμε το 2007 – ήμαστε και οι δύο για διακοπές στην Σάβοκα, κοντά στην Ταορμίνα. Ήταν έρωτας ακαριαίος. Εγώ επέστρεψα στο Μιλάνο και εκείνος στην Αθήνα, αλλά λίγους μήνες αργότερα ο Σπύρος πήρε την βέσπα του, άφησε την Αθήνα και ήλθε στο Μιλάνο να με βρει. Έναν χρόνο μετά, είχαμε ήδη βαρεθεί το Μιλάνο και αποφασίσαμε να μετακομίσουμε στην Αθήνα. Εκεί μείναμε τέσσερα χρόνια, αλλά μας βρήκε η κρίση: ο Σπύρος, που εργαζόταν σε έναν εκδοτικό οίκο, έχασε την δουλειά του. Εγώ είχα ήδη ξεκινήσει την τηλεργασία και σκεφτήκαμε να μετοικήσουμε ξανά, σε ένα μέρος πιο ήσυχο, πιο όμορφο…»

Έτσι, σκέφτηκαν την Σύρο. «Την είχαμε επισκεφθεί για το Πάσχα και είχαμε αγαπήσει τον “ιταλικό” αέρα της και το ασυνήθιστο μιας ολόκληρης πόλης πάνω σε μικρό νησί. Εγώ λάτρεψα την Ερμούπολη και τρελάθηκα με τα Αστέρια – με τους γκρεμούς και τις βίλες πιο πάνω, μου θύμισαν έντονα την ακτογραμμή του Αμάλφι» λέει για την ομορφότερη «αστική παραλίαΑστέρια Ερμούπολης: η νοσταλγία της παυσίλυπης «αστικής παραλίας» | Athens Voice» της Ελλάδος, μια τσιμεντένια προβλήτα με θέα στην πόλη και το πέλαγο, στην οποία έχω και ο ίδιος μεγάλη αδυναμία.

Τα «Αστέρια», μια σειρά τσιμεντένιες προβλήτες με θέα στην συνοικία Βαπόρια και το πέλαγος, είναι η ωραιότερη «αστική παραλία» της Ελλάδος.

Η Κιάρα και ο Σπύρος εγκαταστάθηκαν στην Ερμούπολη το 2013. «Το σχέδιο ήταν να ανοίξουμε wine bar, όπου θα λειτουργούσε και γκαλερί. Ήθελε όμως κάποια προετοιμασία και εγώ συνέχισα να εργάζομαι εξ αποστάσεως, κτίζοντας την φήμη μου ως βιομηχανική σχεδιάστρια και ταξιδεύοντας για να συμμετέχω σε διεθνή συνέδρια. Ο Σπύρος άρχισε να εργάζεται ως barista και να μαθαίνει την τέχνη του καλού καφέ. Η ζωή στην Σύρο μας άρεσε, αλλά για τον Σπύρο ήταν δύσκολο να εργάζεται ως εποχικός – ιδίως στο οικονομικό κομμάτι. Έτσι, το 2018 πήραμε την μεγάλη απόφαση να ανοίξουμε το “συρτάρι των ονείρων”. Η ιδέα του wine bar έγινε καφέ-γκαλερί και έτσι γεννήθηκε το Plastico…»

Εξαρχής στόχος του Plastico, λέει η Κιάρα, ήταν να αποτελέσει χώρο όπου θα μπορούσε να απολαύσει κανείς έναν καλό καφέ και σημείο συνάντησης για όσους ασχολούνται με τις τέχνες. «Είχαμε δει ότι πολλοί νέοι ασχολούνταν με τις τέχνες, αλλά δεν υπήρχε ένα στέκι όπου να μαζεύονται» λέει. «Το κάναμε πρώτα και κύρια για τον εαυτό μας: ζητούσαμε ένα μέρος όπου θα μπορούσαμε να κάτσουμε να πιούμε τον καφέ μας και να συζητήσουμε με ενδιαφέροντες ανθρώπους. Πριν το Plastico σκεφτόμασταν να φύγουμε, γιατί δεν βρίσκαμε πράγματα να κάνουμε τον χειμώνα. Δεν είχαμε βρει τον σωστό κύκλο ανθρώπων να μας κρατήσει εδώ.»

Ο χώρος αποτελείται από δύο επίπεδα: στο ισόγειο βρίσκεται το καφέ και ο χώρος των εκθέσεων, στον ημιόροφο το gift shop. «Εμείς σχεδιάσαμε τον χώρο και διαλέξαμε την παλέτα χρωμάτων. Είναι πολύ μίνιμαλ, για να λειτουργεί ως καμβάς για εκθέσεις και εκδηλώσεις» λέει η Κιάρα. «Κάθε μήνα έχουμε κι από μία έκθεση. Οι καλλιτέχνες συνήθως είναι Έλληνες, ενίοτε εκθέτουμε και ξένους. Δεν χρεώνουμε για τις εκθέσεις, μόνο ένα μικρό ποσοστό στις πωλήσεις. Τον χειμώνα λειτουργεί εδώ και λέσχη ανάγνωσης, ενώ οργανώνουμε και βραδιές ντοκιμαντέρ. Κάνουμε θεματικά πάρτι – οργανώνουμε βραδιά negroni, μασκέ, για την ιστορία του κοκτέιλ και του κόντε Negroni, με μουσική swing και twist. Τώρα σκέφτομαι να οργανώσω σεμινάρια σχεδιασμού, όπου επαγγελματίες του χώρου θα μιλήσουν στους φοιτητές της εδώ σχολής βιομηχανικού σχεδιασμού για το επάγγελμα. Χάρη στο Plastico μπορέσαμε να κρατηθούμε στο νησί και να είμαστε συνεχώς δραστήριοι!»

Το Plastico υπήρξε το πρώτο καφέ μη καπνιζόντων στην Σύρο, και πριν την απαγόρευση του καπνίσματος. «Παραμένει ανοικτό όλο τον χρόνο. Κλείνουμε Δεκέμβριο συνήθως και Φεβρουάριο για το καρναβάλι, πάμε Ιταλία» λέει. Παρά την ενεργή ενασχόλησή της με το καφέ, η Κιάρα δεν εγκατέλειψε την βασική δουλειά της, τον βιομηχανικό σχεδιασμό, και εξακολουθεί την τηλεργασία για start ups στην Silicon Valley. Ταυτόχρονα σχεδιάζει αντικείμενα, από τετράδια μέχρι έργα τέχνης, που πωλούνται στο καφέ.

Τετράδια σε σχέδια της Κιάρα Αλιόττα.

Όπως πολλοί νέοι που μετοίκησαν στην Ερμούπολη εγκαταλείποντας τις μεγάλες πόλεις, η Κιάρα και ο Σπύρος βρήκαν εδώ τον απαραίτητο χρόνο να καταπιαστούν με νέα ενδιαφέροντα. «Μου αρέσει που έχουμε χρόνο για τον εαυτό μας – καταλαβαίνεις πως η μέρα έχει 24 ώρες!» λέει. «Ο Σπύρος άρχισε να μαθαίνει ντραμς και τώρα παίζει σε μπάντα. Παράλληλα ζωγραφίζει – είναι αυτοδίδακτος. Εγώ ξεκίνησα μαθήματα μπαλέτου αλλά και ιαπωνικής γλώσσας στο διαδίκτυο. Είμαι ερωτευμένη με την ιαπωνική κουλτούρα. Με έθελξε σε αυτήν το origami, τεχνική διπλώματος χαρτιού για την παραγωγή γεωμετρικών μορφών.»

Στο Plastico, αλλά και στην Ερμούπολη γενικά, το καλοκαίρι είναι γεμάτο ζωή και κίνηση. «Πρέπει πάντως να πω πως η Σύρος είναι εξαιρετικός προορισμός και για την άνοιξη και το φθινόπωρο. Στο Plastico ευχαριστιόμαστε περισσότερο τον χειμώνα, έχει ωραία ατμόσφαιρα με όλους τους φοιτητές. Τρέχουμε λιγότερο και χαιρόμαστε τους φίλους μας περισσότερο. Η Σικελία δεν μου λείπει καθόλου, όπως μου έλειπε στο Μιλάνο, γιατί η ζωή μου εδώ είναι παρόμοια και καλύτερη. Όλα είναι αυθόρμητα και η κουλτούρα παρόμοια με την Σικελία. Πάντα βρίσκεις μια λύση, όλα είναι λοιπόν εύκολα. Καθόλου δεν έχω κουραστεί, χαίρομαι πολύ την ζωή μου εδώ.»

Κιάρα Αλιόττα και Σπύρος Μπαράς στο Cafe Plastico.

Από τότε που εγκαταστάθηκαν με τον Σπύρο, στην γοητεία της Σύρου έπεσαν πολλοί ακόμα ξένοι, που έγιναν μόνιμοι κάτοικοι. «Για τους Έλληνες έχω να πω πως είναι πολύ ανθρωπιστές, αν και η σχέση τους με το περιβάλλον είναι πολύ προβληματική. Δεν φροντίζουν καθόλου τον δημόσιο χώρο.» Στο νησί την διασκεδάζει ο «φυλετισμός», όπως λέει, που ακόμη υφίσταται μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων, ιδίως στην εργατική τάξη. «Γνώριζα κόσμο στην αρχή και μου έλεγαν, ξέρεις, κι εγώ Καθολικός είμαι. Κι εγώ τι να κάνω, σκεφτόμουν! Τους έκανε εντύπωση πόσο δεν μου έκανε εντύπωση» γελά.

«Πάντως αν και δεν είμαι θρήσκα μου αρέσουν τα έθιμα. Φτιάχνω, για παράδειγμα, φανουρόπιτα, και φυσικά πάμε στον Επιτάφιο και τηρούμε τα έθιμα του Πάσχα, που συνεορτάζουν και τα δύο δόγματα στο νησί. Με τον Σπύρο παντρευτήκαμε εδώ, και με τα δύο δόγματα. Τα έθιμά τους είναι πολύ ανακατεμένα, έχουν συγκεραστεί στην Σύρο.» Ένα έθιμο πάντως δεν τους έκατσε καλά. «Είμαστε και οι δύο χορτοφάγοι. Ξέρεις πότε γίναμε; Όταν μας πήγε η μαμά του Σπύρου να διαλέξουμε αρνί για το Πάσχα!»Μάνος, ένας κτηνίατρος αφοσιωμένος στις γάτες

Συνάντησα τον Μάνο Βορίσση (48) στα Βαπόρια, συγκεκριμένα στην πλαγιά που κατηφορίζει προς τα Αστέρια. Η τσιμεντένια εκείνη προβλήτα αποτελεί την ωραιότερη αστική «παραλία» που έχω δει ποτέ. Στην εδώ πλαγιά ο Μάνος και η ομάδα εθελοντών Aegean Cats δημιούργησαν «γατοκαφενεία», με παρτέρια, ταΐστρες και τουαλέτες για τα αδέσποτα. «Έχει και ένα μικρό βάθρο, όπου θα τοποθετήσουμε το άγαλμα μιας γάτας να ατενίζει το Αιγαίο» λέει.

Ο Μάνος Βορίσσης με γνωστή του γάτα στα Βαπόρια, δίπλα στο «καφενείο γάτας».

Το μέρος όπου βρισκόμαστε ήταν σε πολύ κακή κατάσταση πριν πέντε-έξι χρόνια, λέει. «Ήταν γεμάτο σκουπίδια, νεκρές γάτες, μπάζα, κυριαρχούσε μια δυσωδία. Μου έκανε εντύπωση πώς μια περιοχή τόσο κεντρική ήταν συνάμα τόσο παρατημένη. Η εγκατάλειψη όμως είναι σοβαρό πρόβλημα της Ερμούπολης: πολλά κτίρια είναι αφημένα στην τύχη τους και κινδυνεύουν να καταρρεύσουν. Κανείς δεν δραστηριοποιείται να τα σώσει. Για το θέμα των αποκαταστάσεων απαιτείται πολιτική βούληση. Χρειάζονται οικονομικά κίνητρα για να σωθούν, μπορεί π.χ. να επιδοτηθεί το μισό κόστος της αποκατάστασης.»

Ο Μάνος μεγάλωσε στην Αθήνα, σπούδασε στην Θεσσαλονίκη και εργάσθηκε στο Λονδίνο στην κτηνιατρική σχολή και σε ιδιωτικά ιατρεία. «Ήθελα όμως να ζήσω στην επαρχία. Πίστευα ότι θα ήμουν πιο χρήσιμος, ενώ η ποιότητα ζωής θα ήταν ανώτερη της πόλης. Στην Σύρο με έφερε η δουλειά, το 2010: βρήκα απασχόληση σε ένα κτηνιατρείο. Εργάσθηκα για δέκα χρόνια σε ιδιωτική κλινική και πλέον διευθύνω το Κτηνιατρείο Κοινής Ωφελείας We Live Together, που ιδρύσαμε το 2018 στην Σύρο, και την Κτηνιατρική Κλινική Τήνου. Στην Τήνο πηγαίνω τρεις φορές την εβδομάδα.»

Εδώ γνώρισε την σύζυγό του, που είναι Συριανή. «Παντρευτήκαμε το 2013. Έχουμε έναν γιο, τον Μάρκο», λέει, και –έχοντας πια συνηθίσει στα ονοματολογικά των Συριανών– καταλαβαίνω πως η οικογένεια της συζύγου είναι καθολική. «Η παλιά αντιπαλότητα Καθολικών και Ορθοδόξων δεν υφίσταται πια στο επίπεδο της καθημερινότητας. Παλιά οι μεικτοί γάμοι ήταν δύσκολοι, σήμερα ποιος νοιάζεται; Η συντριπτική πλειονότητα των γάμων στην Σύρο είναι σήμερα μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων.»

Ο ίδιος μεγάλωσε με σκυλιά «από κούνια» και πιστεύει πως είναι καλύτερος κτηνίατρος σκύλου από γάτας. Αποφάσισε όμως να ασχοληθεί με την τελευταία, «καθώς είδα ένα ζώο να ζει τόσο κοντά μας και τόσο μακριά ταυτόχρονα, χωρίς να υπάρχουν συστηματικές και σοβαρές προσπάθειες αλλαγής του τοπίου. Επιπρόσθετα οι κτηνίατροι και ιδιαίτερα οι παλιοί δεν ασχολούνται ιδιαίτερα με τις γατες, γιατί δεν τις γνωρίζουν. Αυτό όμως αλλάζει με τη νέα γενιά κτηνιάτρων.»

Γάτα στα Βαπόρια της Ερμούπολης.

«Η γάτα είναι ζώο χρήσιμο» τονίζει. «Κρατά την πόλη καθαρή από τρωκτικά, φίδια, σκορπιούς. Αξίζει μεγαλύτερου σεβασμού, μιας καλύτερης συμβίωσης. Έχει μια αξία στον τόπο αυτό, είναι κομμάτι του τοπίου. Είναι το μοναδικό αιλουροειδές στην Ελλάδα, αλλά το καταδικάσαμε να ζει δίπλα στους κάδους, σε συνθήκες υπερπληθυσμού. Το Κτηνιατρείο Κοινής Ωφέλειας είναι το πρώτο τέτοιο στην Ελλάδα. Ασχολούμαστε επαγγελματικά με τη συστηματική στείρωση των γατών, την εξυγίανση του πληθυσμού, την ίδρυση γατοκαφενείων, υιοθεσίες και εκπαιδευτικά και πολιτιστικά προϊόντα ως παράλληλες δράσεις. Πραγματοποιούμε στειρώσεις σε πολύ χαμηλές τιμές για τις αδέσποτες γάτες.»

Οι εκπαιδευτικές δράσεις είναι απαραίτητες προκειμένου να ξεπεραστεί το παλιό στερεότυπο της «σιχαμένης γάτας». «Πηγαίνουμε στα σχολεία με εκπαιδευτικά προγράμματα. Έχουμε γράψει παραμύθια με ήρωες γάτες, και αναζητούμε χρηματοδότηση για να τα εκδώσουμε, και μια θεατρική παράσταση, τους Πειρατές του Αιγαίου, που ανέβηκε στο Θέατρο Απόλλων. Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητή από νωρίς η σημασία της εξυγίανσης του πληθυσμού, καθώς οι αδέσποτες γάτες φέρουν ασθένειες. Τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί σημαντικά οι στειρώσεις και οι υιοθεσίες γατών και έχουν αντίστοιχα μειωθεί σημαντικά οι φόλες. Από τον Ιούλιο του 2020 ως τον Ιούλιο του 2021 στειρώσαμε 1.500 γάτες. Τα έξοδα για τις 100 τα κάλυψε ο δήμος.»

Κάνει λόγο για την παλιά νοοτροπία –«γιατί να την στειρώσω, παρεμβαίνω στην φύση»– και εξηγεί πως δεν ευσταθεί: η παρέμβαση ξεκινά με το τάισμα. «Στην ουσία κανείς δεν θέλει να πληρώσει για την στείρωση του πληθυσμού των αδέσποτων.»

Ο Μάνος έχει, λέει, ελάχιστο ελεύθερο χρόνο. «Το καλοκαίρι ιδίως δεν ζούμε φυσιολογικά, είμαστε μες στο τρέξιμο και τα πάντα γυρνούν γύρω από την δουλειά. Όταν περάσει η σεζόν η ζωή γίνεται πολύ ωραιότερη. Περπατώ μονοπάτια, κάνω windsurf και ποδήλατο, παίζω lego με τον γιο μου και σκέφτομαι ιστορίες με ζώα!» Τονίζει πως τα νησιά δεν πρέπει να τα ταυτίζουμε μόνο με το καλοκαίρι και το μπάνιο. «Είναι υπέροχα την άνοιξη και το φθινόπωρο» λέει. Και έχει μάθει, πάντα δραστήριος, πάντα γεμάτος ιδέες, να απολαμβάνει την ζωή στο μέρος που διάλεξε να εγκατασταθεί.

Κείμενο & Φωτογραφίες Αλέξανδρος Μασσαβέτας


Εικόνα massavetas

Αλέξανδρος Μασσαβέτας

Σπούδασε νομικά σε Αθήνα και Cambridge. Έζησε νομαδικά με βάση του την Πόλη (2003-2015). Εκεί έγραψε δύο βιβλία για την Κωνσταντινούπολη και ένα για την Μικρά Ασία, ενώ συνεργάσθηκε με ελληνικά και ξένα έντυπα. Σήμερα συνεχίζει την νομαδική του ύπαρξη, με βάση την Αθήνα.

Πηγή:https://insidestory.gr/

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.