Στον παλιό ταρσανά της Σύρου ξυπνούν μνήμες και μυρωδιές φαγητού

399
https://www.gastronomos.gr/

Ο Μάκης Μαυρίκος, όμορφος άντρας, με πρόσωπο ηλιοκαμένο, σμιλεμένο με απαλές ρυτίδες, είναι ο «καπετάνιος» του ταρσανά της Σύρου. Ψημένος μέσα στη δουλειά, διηγείται τις μνήμες του: «Ο προπάππους μου, ο Παύλος Μαυρίκος, ξεκίνησε το ναυπηγείο. Αρχικά οι ταρσανάδες βρίσκονταν στο κεντρικό λιμάνι της Ερμούπολης, ενώ λίγο μετά την Επανάσταση, το 1860, το δικό μας ναυπηγείο μεταφέρθηκε στο σημερινό σημείο, στα προάστια της Ερμούπολης. Τον Παύλο διαδέχθηκε ο γιος του Μιχαήλ, κι αυτόν στη συνέχεια τα πέντε παιδιά του και μετά εμείς. Όμως περίπου τη δεκαετία του ’80 οι ταρσανάδες, που έχτιζαν ξύλινα, παραδοσιακά σκάφη, άρχισαν σιγά σιγά να κλείνουν. Δεν υπήρχε πλέον αντικείμενο, αφού τα σκάφη φτιάχνονταν από πλαστικό. Τότε αποφασίσαμε και κάναμε μεικτή επιχείρηση. Μαζί καρνάγιο και ταρσανάς. Συνεταιρίστηκα με τον Βαγγέλη Τζώρτζη, η οικογένεια του οποίου ασχολούνταν με τα καρνάγια (επισκευαστική μονάδα) από το 1960. Μαζί επεκτείναμε τις δραστηριότητές μας».

Την περιοχή την έλεγαν Γαϊδουριέρικα, γιατί εκεί πάρκαραν τα γαϊδούρια τους οι ντόπιοι για να πάνε στο παζάρι που ήταν απέναντι από τον Ταρσανά.

Μεταξύ πολλών άλλων, το 1962 δημιουργούν μία από τις περιβόητες θαλαμηγούς της εποχής, ένα 40μετρο καραβόσκαρο με έμπνευση από ισπανικό γαλιόνι, δώρο του εφοπλιστή Εμπειρίκου στη γυναίκα του. Ο Βαγγέλης έφυγε από τη ζωή πριν από λίγους μήνες και τον διαδέχθηκε η κόρη του, Τόνια Τζώρτζη. Συγκυβερνήτης με τσαγανό, ξύπνια, δουλευταρού, ο πατέρας της θα ήταν περήφανος. «Ο ταρσανάς μας, ο αρχαιότερος εν ενεργεία στην Ελλάδα που λειτουργεί στην ίδια θέση, έχει κατασκευάσει πάνω από 5.000 σκάφη, πάνω από 20 μέτρα. Νούμερα ασύλληπτα, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρώτο ηλεκτρικό εργαλείο πρωτοήρθε εδώ το 1962», λέει η ίδια.

Ο ταρσανάς του Μάκη Μαυρίκου και της Τόνιας Τζώρτζη, ο αρχαιότερος εν ενεργεία στην Ελλάδα που λειτουργεί στην ίδια θέση, βρίσκεται στα προάστια της Ερμούπολης.Η Σύρος είχε ένα κάρο μαγειρεία για τους εργάτες. Ετοίμαζαν πέντε έξι φαγητά. Κυρίως όσπρια, μαρίδες, μακαρόνια και κεφτέδες.

Στους ταρσανάδες και στα εργοστάσια από ήλιο σε ήλιο

Δεινός καραβομαραγκός, αλλά και αφηγητής με ταλέντο, ο Μαυρίκος θυμάται ότι «η δουλειά τα παλιά τα χρόνια ήταν από ήλιο σε ήλιο. Το καλοκαίρι οι μέρες μεγαλύτερες, το μεροκάματο ήθελε πιο πολύ κόπο. Οι εργάτες σταματούσαν βαπορίσιες ώρες. Στις 10 για καφέ και κολατσιό, 12 με 1 στάση για φαγητό, στις 3 πάλι για καφέ. Στο δεκατιανό τους, μαζί με τον καφέ είχαν ψωμί και μια φαγιάντζα με ελιές και κρεμμύδια, καθώς και δροσερό βρόχινο νερό μέσα σε πήλινα αλειφωτά». Σπάνια κάποιοι εργάτες έφερναν μαζί τους κάνα κατσικίσιο τυράκι, μυζήθρα, ντοματούλες το καλοκαίρι, λαχανίδες μαραμένες με χοντρό αλάτι και ξίδι τον χειμώνα. Λαχανόρυζα και μελιτζανόρυζα, ακόμα πιο σπάνια, στρώνονταν επάνω σε ένα μεγάλο μαδέρι-αυτοσχέδιο πάγκο. Τα μοιράζονταν όλοι.

Τα Γαϊδουριέρικα ήταν το Φαρ Ουέστ της Σύρου

«Την περιοχή την έλεγαν Γαϊδουριέρικα, γιατί εκεί πάρκαραν τα γαϊδούρια τους οι ντόπιοι για να πάνε στο παζάρι που ήταν απέναντι από τον Ταρσανά. Ύστερα έπιναν στον καφενέ του Ταρσανά έναν καφέ, ένα ούζο, κονιάκ και μπίρες. Το καφενείο, ανάμεσα στα παλιά ξύλινα σκαριά, το είχε πρώτα ο Ράφος μαζί με τη γυναίκα και την πεθερά του. Αυτόν τον πείραζε πάρα πολύ το ούζο, αλλά το έπινε. Φορούσε λοιπόν μια ποδιά και είχε κρυμμένο ένα ποτηράκι μέσα. Στον καφενέ τότε υπήρχε το μοναδικό τηλέφωνο στη γειτονιά, εάν θυμάμαι καλά ήταν το 22805. Όταν λοιπόν τον έπαιρνα εγώ να φέρει δυο ούζα, εκείνος έλεγε τρία ούζα, και το ένα ήταν το δικό του. Το έπαιρνε μαζί για να το πιει και να μην τον βλέπει η γυναίκα του. Μαζί με το ούζο έφερνε για μεζέ λίγο σαλάμι, ντόπιο λουκάνικο με μαραθιά, ένα κομμάτι τυρί, καμιά σαρδέλα κι ό,τι είχαν στον μπαχτσέ τους. Στην αρχή ο Ράφος δεν έβαζε τηγάνια, δεν άναβε φωτιές. Αυτά τα έκανε ο γιος του. Ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου, που ήταν γεννημένος το 1918, αγαπούσε πολύ τις πατάτες μπλουμ και την τσίμπα γιαχνί που έφτιαχναν στον καφενέ. Η τσίμπα, που είναι το μπρόκολο, γινόταν φαγητό κι όχι σκέτη σαλάτα», διηγείται ο Μάκης.

Οι Ερμουπολίτες, που αποτελούσαν την πλειονότητα του εργατικού δυναμικού, κολάτσιζαν με γίγαντες, γεμιστούς κολοκυθανθούς και κάνα ταπεινό ψαράκι.Η αγορά ήταν τίγκα στα τηγανιτζίδικα, που πουλούσαν τα σκάρτα ψαράκια στο χωνάκι.

Μαγειρεία και τηγανιτζίδικα

«Η Σύρος είχε ένα κάρο μαγειρεία για τους εργάτες. Ετοίμαζαν πέντε έξι φαγητά. Κυρίως όσπρια, μαρίδες, το μακαρόνι πήγαινε σύννεφο, ένα κρέας σίγουρα – κεφτέδες δηλαδή, μη φανταστείς τίποτα μπριζόλες. Κάποια από αυτά σέρβιραν ομελέτες, κουνουπίδι τηγανητό με τα αυγά, σοφικά (κολοκυθάκια και πατάτες τηγανητές σε κόκκινη σάλτσα) και σουτζουκάκια», θυμάται από διηγήσεις των δικών του ο Γιάννης Ζυγομαλάς, που έχει αναλάβει το στήσιμο εστιατορίων όπως το Μαζί και το Κλωστήριο στη Σύρο και το Barozzi στη Νάξο και έχει πολλές γνώσεις γύρω από τη λαϊκή κουλτούρα του νησιού. Από τα βυρσοδεψεία του Λαδόπουλου έβγαιναν στο διάλειμμα χιλιάδες εργάτες. «Μαύριζε ο δρόμος. Πιο πολύ με τα όσπρια τη βγάζανε και με μία νερόκουπα κρασί. Από αυτά τα μαγειρεία πολλοί κάνανε χρήμα. Υπήρχαν άλλα, ξεχωριστά μαγειρεία για τα πλοία. Η παραλία φαντάσου είχε πέντε έξι από δαύτα, μπορεί και παραπάνω».

Η αγορά, από την άλλη, ήταν τίγκα στα τηγανιτζίδικα, που πουλούσαν τα σκάρτα ψαράκια (τα δεύτερα) στο χωνάκι. Όταν πέρασαν τα χρόνια και έκλεισαν τα πιο πολλά μαγειρεία, οι εργάτες έπαιρναν μαζί το χθεσινό φαγητό τους σε φαγιάντζες. «Μέσα από τη μοιρασιά του κολατσιού “έδεσαν” οι εργασιακές σχέσεις και δημιουργήθηκαν οι γερές φιλίες που κρατάνε χρόνια», λέει ο Γιάννης. Υπήρχε ταξική διαφορά στο φαγητό. Οι χωριανοί έφερναν τομάτες, ξυλάγγουρα, κάνα λουκάνικο και τυράκια, ενώ οι Ερμουπολίτες, που αποτελούσαν την πλειονότητα του εργατικού δυναμικού, έφερναν γίγαντες, γεμιστούς κολοκυθανθούς, που τους έλεγαν πούλους και περιείχαν συνήθως ρύζι και κάποιες φορές τυρί. Μαγείρευαν κι έπαιρναν μαζί τους γεμιστά, με σταφίδες και κουκουνάρι, και πιο σπάνια με κιμά. Έφτιαχναν σκορδαλιά για να κάνουν φαΐ τα μπαχτσεβανίσια, δηλαδή τα αμπελοφάσουλα, τα παντζάρια, τα ολόγλυκα συριανά κολοκύθια, και – αν υπήρχε διαθέσιμο– και κάνα ταπεινό ψαράκι. Υπήρχαν πάντα πολλές και πολύ ωραίες ελιές τσακισμένες με βότσαλα και πλυμένες στη θάλασσα, κι έκαναν καππαροσαλάτες με πατάτες βραστές και αγκινάρες λεμονάτες γεμισμένες με ρύζι.



Νικολέτα Μακρυωνίτου

Φωτογραφίες: Χριστίνα Γεωργιάδου

Πηγή:https://www.gastronomos.gr/

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.