Μαρία Πολύζου: Οι μαραθώνιοι της ζωής μου

164
https://keybooks.gr/

Στις 14 Νοεμβρίου θα δοθεί η εκκίνηση του 39ου Αυθεντικού Μαραθώνιου της Αθήνας. Πρόκειται για ένα αθλητικό γεγονός στο οποίο πολλοί από εμάς περιμένουν με μεγάλη ανυπομονησία να συμμετάσχουν, είτε τρέχοντας είτε παρακολουθώντας και στηρίζοντας τους δικούς τους ανθρώπους για αυτό τους το τόλμημα.

Στην Ελλάδα, το γυναικείο πρόσωπο του μαραθωνίου δρόμου είναι η Μαρία Πολύζου, κάτοχος του πανελλήνιου ρεκόρ και αφοσιωμένη προπονήτρια. Κι αν κάτι γνωρίζει καλά είναι όλη τη διαδρομή του μαραθωνίου της Αθήνας χιλιόμετρο-χιλιόμετρο, αφού έχει προπονήσει πάνω από 3.000 δρομείς σε δρόμους αντοχής και στην απόσταση των 42.195 μέτρων.

Διαβάστε δύο αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία της Πολύζου με τίτλο Μην τα παρατάς! που κυκλοφόρησε πρόσφατα και δώστε στον εαυτό σας ή σε κάποιον δικό σας την έμπνευση για να πετύχει τον άθλο του!

Στο πρώτο απόσπασμα, η Μαρία Πολύζου μας περιγράφει τον πρώτο της μαραθώνιο που έγινε στις Σέρρες, στις 23 Μαΐου 1987.

«Κύριε, να ανοίξω λίγο;» Και ξανά «κύριε, να ανοίξω λίγο;». Στο 20ο χιλιόμετρο «κύριε, να ανοίξω λίγο;». Στο 30ο χιλιόμετρο πάλι «κύριε, να ανοίξω λίγο;» Αυτή ήταν η φράση που σφράγισε στη μνήμη μου τον πρώτο αγώνα μαραθωνίου που έτρεξα στη ζωή μου. «Κύριε, να ανοίξω λίγο;» Ακούγεται σαν επίκληση σε μια ανώτερη δύναμη, αλλά φυσικά δεν ήταν τίποτα τέτοιο. Ήταν απλώς η δική μου, η επίμονη, η σχεδόν απελπισμένη παράκληση προς τον προπονητή μου, τον Γιώργο Μιχαλόπουλο, να με αφήσει να πάω πιο γρήγορα, να επιταχύνω, να «ανοίξω». Δεν είχα καμία εμπειρία, ήμουν μόλις 18 και κάτι χρονών και ο κόουτς είχε κάθε λόγο να φοβάται ότι θα καιγόμουν και δεν θα έφτανα ως το τέρμα εάν μου επέτρεπε να ανεβάσω ρυθμό. Αυτό το «καιγόμουν», αν μη τι άλλο, είχε μια κυριολεκτική σημασία στον συγκεκριμένο αγώνα, καθώς γινόταν σε συνθήκες αφόρητης ζέστης. Αν και το καλοκαίρι δεν είχε έρθει ακόμη σύμφωνα με το ημερολόγιο, στις 23 Μαΐου του 1987 στις Σέρρες η θερμοκρασία θα πρέπει να ήταν γύρω στους 40 βαθμούς Κελσίου. Καύσωνας. Δηλαδή, αυτό μου είπαν και αυτό συνειδητοποίησα εκ των υστέρων. Γιατί εγώ, από εκείνο τον πρώτο μου μαραθώνιο δεν έχω κρατήσει καμία ανάμνηση που να περιλαμβάνει τις καιρικές συνθήκες.

Περίμενα την ημέρα που θα έπαιρνα θέση στη γραμμή εκκίνησης για τον πρώτο μου μαραθώνιο με τη λαχτάρα και την αγωνία μιας εμπειρίας που θα μου άλλαζε τη ζωή. Για τις Σέρρες ο Γιώργος Μιχαλόπουλος με υπολόγιζε για μια επίδοση κοντά στις 4 ώρες. Αν κατάφερνα να ολοκληρώσω τον αγώνα περίπου στις 3μιση ώρες, θα ήταν ένα πολύ μεγάλο ατομικό ρεκόρ. Τελικά διένυσα τα 42.195 μέτρα σε 3 ώρες και 4 λεπτά. Ο χρόνος μου ήταν μερικά λεπτά χειρότερος από της νικήτριας, της Μάγδας Πουλημένου, η οποία στις Σέρρες έκανε νέο πανελλήνιο ρεκόρ, με 2:55:43″. Η δική μου επίδοση, όμως, ήταν πολύ καλύτερη από ό,τι περίμενε ο προπονητής μου -ο οποίος θα ήταν ικανοποιημένος ακόμη και έαν απλώς κατάφερνα να φτάσω έως τη γραμμή του τερματισμού. Ο Κούσης παραληρούσε, λες και ήμουν κόρη του, εγώ όμως, αμέσως μόλις τερμάτισα, έπεσα κάτω. Κάποιοι έτρεξαν να με βοηθήσουν και με πήραν, κυριολεκτικά, σηκωτή, δεν είχα κουράγιο να ανέβω ούτε στο δεύτερο σκαλί του βάθρου για να παραλάβω το έπαθλό μου.

Εξάλλου, ήταν μόνο ο πρώτος μου μαραθώνιος.

Δέκα χρόνια μετά από τον πρώτο της μαραθώνιο και με επίπονες και επίμονες προπονήσεις, η Μαρία Πολύζου συμμετείχε στον Μαραθώνιο του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος το 1997 στην Αθήνα και κατέλαβε τη 12η θέση, σημειώνοντας πανελλήνιο ρεκόρ. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, η Μαρία Πολύζου περιγράφει τη διαδρομή, από την εκκίνηση έως τον τερματισμό.

Για μια Ελληνίδα μαραθωνοδρόμο, η διάκριση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα δεν διαφέρει πολύ από το να ονειρεύεται ότι θα ταξιδέψει στη Σελήνη. Κι αυτό, πέρα από οτιδήποτε άλλο, οφείλεται εν μέρει στην απλή αριθμητική υπεροχή των ξένων αποστολών. Όταν στο Παγκόσμιο συμμετέχουν πενταμελείς ομάδες από χώρες όπως Ιαπωνία, Κίνα, Αιθιοπία, Κένυα, Ρωσία κ.α., με πολύ ισχυρή παράδοση στο άθλημα, τότε μια δρομέας όπως ήμουν εγώ το 1997 δεν μπορούσε να ελπίζει σε κάτι περισσότερο από το να τερματίσει μέσα στις 20 πρώτες θέσεις. Παρόλ’ αυτά, είχα την, υπερφίαλη ενδεχομένως, φιλοδοξία να μπω στην 8αδα. Φανταζόμουν τον εαυτό μου να τερματίζει στο Παναθηναϊκό στάδιο, με τον κόσμο, ξετρελαμένο, να ανεμίζει γαλανόλευκες σημαίες, να φωνάζει το όνομά μου, αφού τότε θα το μάθαινε λόγω της επίδοσής μου.

Στον Μαραθώνιο των γυναικών οι συμμετοχές έφταναν περίπου τις 100 αθλήτριες. Βρίσκομαι πλέον στο Μαραθώνα, στο βοηθητικό στάδιο, αυτό που λέγαμε «προθερμαντήριο». Νιώθω ότι τα πόδια μου δεν με κρατάνε. Είναι πια 7 και κάτι, ο ήλιος έχει ανέβει και είμαι τελείως ζαβλακωμένη.

Ο αφέτης καλεί τις αθλήτριες του μαραθωνίου να προετοιμάζονται για εκκίνηση. Πηγαίνω προς την αφετηρία. Είναι η φάση που, για περίπου ένα 10λεπτο πριν από την εκκίνηση κάνουμε ευθείες πάνω κάτω μέσα στο στάδιο, για ζέσταμα. Εγώ προσπαθώ να ξυπνήσω το σώμα μου. Στην τρίτη ευθεία και ενώ επέστρεφα, σηκώνω το κεφάλι και βλέπω απέναντί μου, παρατεταγμένες, όλες τις αθλήτριες. Μόνη εναντίον όλων τους, κατά κάποιο τρόπο. Και όπως επιστρέφω για να πάρω κι εγώ τη θέση μου ανάμεσά τους, ξαφνικά, όπως τις αντίκρυσα απέναντί μου, λέω στον εαυτό μου «τώρα θα τρέξεις. Και θα τρέξεις καλύτερα από ποτέ». Αυτομάτως, το μαύρο σύννεφο που με πλάκωνε, διαλύθηκε, κυριολεκτικά ως δια μαγείας. Τα μάτια μου άνοιξαν, τα κύτταρά μου όλα ανάσαναν ελεύθερα και μεταφέρθηκα κάπου αλλού, μακριά από την εξάντληση, τη δηλητηρίαση και οτιδήποτε αρνητικό. Μάλιστα, δεν πήγα απλώς ανάμεσα στις υπόλοιπες, αλλά πήρα θέση μπροστά μπροστά. Φυσικά, όχι για να με πάρει η κάμερα, αλλά γιατί είχα αποκτήσει ξανά την αυτοπεποίθησή μου. Είχα μπει στο σύννεφο και ήμουν και πάλι χαρούμενη, γιατί όλα ήταν ανάλαφρα ξανά. Έστω και την τελευταία στιγμή, βρήκα τον τρόπο να μπω ξανά εκεί που έπρεπε.

Ξεκίνησε ο αγώνας. Το μυαλό μου δούλευε όπως έπρεπε, ελέγχοντας τα πάντα αλλά σε ηρεμία και ταυτόχρονα σε απόλυτη εγρήγορση. Επανέλαβα στον εαυτό μου ότι στην αυθεντική διαδρομή δεν κυνηγώ επίδοση και χρόνο. Κυνηγώ θέση.

Γύρω μου ήταν κορυφαίες μαραθωνοδρόμοι, σχεδόν αυτούσια η ελίτ που είχε τρέξει στους Ολυμπιακούς της Ατλάντα την προηγούμενη χρονιά.

Από το Μαραθώνα ξεκινήσαμε με θερμοκρασία 28-29 βαθμών.

Στο 5ο χιλιόμετρο εξακολουθώ να είμαι καλά. Παίρνω το μπουκάλι με το ελληνικό σημαιάκι, πίνω ισοτονικό, όλα εντάξει.

Ο Αποστόλης μού είχε πει «τρέξε όσο μπορείς» και η αλήθεια είναι ότι στην αρχή δεν εμπιστεύτηκα πολύ τον εαυτό μου, λόγω της περιπέτειας με τη δηλητηρίαση. Είχα αποφασίσει να κρατηθώ λίγο, να τρέξω συντηρητικά και μετά από τα πρώτα 20 χιλιόμετρα θα είχα σαφή εικόνα για το πώς αντιδρούσε το σώμα μου. Σίγουρα όμως φύλαγα δυνάμεις.

Στο 20ο χιλιόμετρο αντιλαμβάνομαι ότι βρίσκομαι περίπου στην 50αδα, την ίδια στιγμή όμως συνειδητοποιώ ότι είμαι πολύ καλά. Πολύ καλύτερα από ότι περίμενα. Πιάνω το τραγούδι από μέσα μου, της Ελένης Τσαλιγοπούλου αυτή τη φορά, το «Να μ’ αγαπάς» αυτό που λέει «είδα πολλά κι άλλα πολλά…» και πήγαινα με αυτό. Ωραίο τραγουδάκι, ζωηρό, χαρούμενο. Το τραγούδι είναι ένα τιμόνι. Για το μυαλό, για να οδηγεί το μυαλό στις σωστές σκέψεις ή μάλλον για να αποφεύγει τις αρνητικές. Είχα ρυθμό και πήγαινα.

Δεξιά και αριστερά παρατηρούσα τις αθλήτριες, αλλά δεν μου έρχονταν κάποιες συγκεκριμένες σκέψεις. Μπροστά στα μάτια μου είχα πάλι μόνο τον τερματισμό στο Παναθηναϊκό στάδιο. Όπως στην αρχή, πριν εμφανιστεί το απρόοπτο με τη δηλητηρίαση. Και, πάντα, όταν το σώμα σε ξαφνιάζει ευχάριστα, παίρνεις πολλαπλάσια δύναμη για να τρέξεις.

Στο 28ο χιλιόμετρο, ακούω κάποιον να μου φωνάζει, δεν ξέρω εάν ήταν κριτής ή κάτι άλλο, «Πολύζου, είσαι 22η». Αντιλαμβάνομαι ότι είμαι σε πολύ καλή θέση, πολύ κοντά στην 20αδα. Κάπου εκεί, μάλιστα, συναντώ τη Fatuma Roba, την Ολυμπιονίκη από την Αιθιοπία, η οποία περπατούσε. Δεν μπορούσε να τρέξει άλλο. Άπιαστη στην Ατλάντα, δεινοπαθούσε στην Αθήνα. Της είπα αυθόρμητα «έλα Fatuma, πάμε μαζί». Πίστεψα ότι χρειαζόταν μια ώθηση, γιατί μπροστά μας ήταν μια απότομη ανηφόρα. Δυστυχώς όμως η Fatuma Roba θα εγκατέλειπε λίγο αργότερα.

Εγώ, αντιθέτως, κάλπαζα. Ήξερα τόσο καλά τη διαδρομή, που σχεδόν δεν καταλάβαινα πώς περνούσαν τα χιλιόμετρα.

Στο 30ο χιλιόμετρο είμαι στην πρώτη 20αδα. Έχω φτάσει λίγο πριν από το Σταυρό της Αγίας Παρασκευής. Δίνω κουράγιο στον εαυτό μου λέγοντας «θα βγάλω τη μεγάλη ανηφόρα και μετά ποιος μας πιάνει».

Στο σημείο εκείνο «μάζεψα» 3-4 συναθλήτριες και τις άφησα πίσω μου. Κατεβαίνοντας από την ανηφόρα είμαι πια 16η. Εκεί υπήρχαν, επιτέλους, μερικοί Έλληνες, οι οποίοι μπήκαν στον κόπο να φωνάξουν. Ενθουσιάστηκα. Τρελάθηκα από τη χαρά μου που κάποιος με εμψύχωνε, στη γλώσσα μου, που χαιρόταν για μένα.

Πλέον εμπιστεύομαι το σώμα μου. Ήξερα ότι δεν θα με πρόδιδε. Κι αρχίζω και ανοίγω, ανοίγω, ανοίγω. Στο ύψος της διασταύρωσης Μεσογείων και Κατεχάκη, ένας άνθρωπος υπήρχε μόνο, κοντά στο ορόσημο του Δήμου Αθηναίων, αυτό που θυμίζει ηρώον, με το έμβλημα της πόλης και τις σημαίες. Τον άκουσα που φώναξε πίσω μου, ενώ είχα ήδη περάσει, «ρε, Ελληνίδα είναι αυτή!»

 Απομένουν 2 χιλιόμετρα. Είμαι πια στη Βασιλίσσης Σοφίας και δεν έχω κουραστεί καθόλου. Φτάνω την Ιταλίδα που με είχε κερδίσει στο Τορίνο, την Franca Fiacconi, η οποία φαινόταν ότι είχε εξαντληθεί. Κατεβαίνω την οδό Ηρώδου του Αττικού, ανεβάζοντας κι άλλο ταχύτητα. Έχω απέναντί μου το Παναθηναϊκό Στάδιο, όπου βέβαια περίμενα να διακρίνω πλήθη κόσμου, τις κερκίδες κατάμεστες κ.ο.κ. Και μένω με το στόμα ανοιχτό, διότι το Στάδιο είναι άδειο. Αλλά εντελώς, ύποπτα άδειο. Δεν μπορεί, κάτι θα πρέπει να είχε συμβεί. Εγώ περίμενα πλήθη αλαλάζοντα κι εκεί ήταν κρανίου τόπος. Έρημος.

Εκ των υστέρων θα μάθαινα ότι είχε υπάρξει απειλή για τρομοκρατική ενέργεια και είχε απαγορευτεί στο κοινό να εισέλθει στο Στάδιο. Είχαν μείνει μόνο οι ελάχιστοι απαραίτητοι, οι χρονομέτρες και μερικοί παράγοντες, το πολύ 30 άτομα.

Είχα τερματίσει στη 12η θέση. Από σωματικής άποψης, ήταν σαν να μην είχα τρέξει μαραθώνιο, σαν να μην είχε πάνω από 30 βαθμούς θερμοκρασία, σαν να μην είχα πάθει ποτέ δηλητηρίαση. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως ούτε νερό δεν έψαξα αφού τερμάτισα. Δεν ένιωθα την παραμικρή κούραση.

Έψαξα με τα μάτια το χρονόμετρο του Σταδίου. Ρώτησα «πόσο έκανα;» Εντόπισα το ρολόι. Δεν είχε περάσει ακόμη το 2 ώρες και 40′. Τι; Έχω τρέξει κάτω από 2 ώρες και 40 τον Μαραθώνιο; Απίστευτο. Εκπληκτικός χρόνος. Τελικά είχα κάνει 2 ώρες 39′ 10″. Είχα κάθε λόγο να πανηγυρίζω και να νιώθω περήφανη.

Την επόμενη ημέρα οι εφημερίδες έγραφαν «συγκίνηση προκάλεσε ο ‘θηλυκός Λούης’».

Σας ευχόμαστε καλή επιτυχία και θα σας περιμένουμε στο Καλλιμάρμαρο να σας χειροκροτήσουμε!

Υ.Γ. Αν προετοιμάζεστε να τρέξετε στις 14 Νοεμβρίου, μη χάσετε την εξαιρετική ανάλυση της Μαρίας Πολύζου για να τρέξετε όλη τη διαδρομή νοητικά και να τερματίσετε την Κυριακή με το καλύτερό σας χαμόγελο! Ανάλυση της διαδρομής χιλιόμετρο-χιλιόμετρο.

Περισσότερα για το βιβλίο της Μαρίας Πολύζου Μην τα παρατάς! θα βρείτε εδώ.

Πηγή:https://keybooks.gr/

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.