Aναστασία Ντόντη : Ο πατέρας μου έλεγε να μην ακολουθώ το κοπάδι

321
https://www.thebest.gr/

Ζωγράφος, δασκάλα γιόγκα και γόνος της οικογένειας που δημιούργησε την ΑΒΕΞ μας υποδέχθηκε για συνέντευξη στο νεοκλασικό της σπίτι

Μπακοπούλου Άντυ

Η Αναστασία Ντόντη μας υποδέχθηκε στο νεοκλασικό της σπίτι που πάντα θαυμάζουμεπερνώντας από το αγαπημένο, γραφικό δρομάκι της Τζούρτζ. Εκεί όπου ακόμα μπορεί κανέις να εισπράξει την vintage σγήνη της αλλοτινής Πάτρας, με την αρχοντική αρχιτεκτονική και όπου όταν ανθίζουν οι δαμασκη-νιές έχουμε μπροστά μας ζωντανό καρτ- ποστάλ. Πρόκειται όντως για μια οδό με ιστορία καθώς έχουν απομείνει μαζί πέντε- έξι χαρακτηρι-στικά διατηρητέα με σκαλιστά μπαλκόνια και «περήφανες» σιδερένιες πόρτες, τα οποία αυξάνονται ως τη γωνία της Σατωβριάνδου. Στο τέλος του δρόμου υψώνεται η παλιά οικία του σταφιδέμπορου και ευεργέτη της Πάτρας Γεωργίου Τριάντη, με την καταπράσινη και σκιερή αυλή όπου σήμερα στεγάζεται το 2ο Σύστημα Πρoσκόπων Πάτρας ενώ δίπλα είναι το σπίτι του Πατρινού πρωταθλητή της άρσης βαρών Δημητρίου Τόφαλου. Η ονομασία οφείλεται πάντως στον φιλέλληλα βρετανοιρ-λανδό υψηλόβαθμο στρατιωτικό σερ Ρίτσαρντ Τσωρτς (Sir Richard Church) ή Τζουρτζ, που ως αρχιστράτηγος εξελίχθηκε σε επικεφαλής στρατευμάτων της Δυτικής Ελλάδος, σύμβουλος της Επικρατείας, πλη-ρεξούσιος στην Α’ Εθνοσυνέλευση των Αθηνών το 1843 και γερουσια-στής το 1844. Η κ. Ντόντη μας εξηγεί πως το δικό της σπίτι το αγόρασαν οι παππούδες της και χρονολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα, λίγο μετά το 1900. Ο Περικλής Σταματιάδης, με τις ηπειρώτικες ρίζες ήταν διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας και το μετέτρεψε σε οικογενειακή κατοικία. Όμως και ο άλλος της παππούς Γώργιος Ντόντης είχε την ίδια καταγωγή και ήταν συνιδρυτής και συνδιευθυντής στην Εθνική Τρά-πεζα, ενώ ασχολούταν επίσης με το χρηματιστήριο και τις επενδύσεις. Μάθαμε όμως πολλά περισσότερα.

Τι παραπάνω έχετε να μας πείτε για αυτό το πανέμορφο σπίτι; Πρόκειται αναμφίβολα για σημείο αναφοράς στην περιοχή πάνω από την Αγγλικανική Έκκλησία.

Είναι ένα απλό διώροφο νεοκλασικό, χωρίς τα εντυπωσιακά στοιχεία του μνημειακού μεγάρου και του έργου τέχνης. Δεν διαθέτει για πα-ράδειγμα οροφογραφίες, ούτε επιβλητικούς χώρους. Το «Ντοντέικο» ήταν άλλο και αυτό ήταν πελώριο με εξαιρετικές λεπτομέρειες. Βρισκόταν στο σημερινό πάρκινγκ της Αγίου Ανδρέου, δίπλα στη Ζαίμη αλλά δυστυχώς καταστράφηκε από το μεγάλο σεισμό και δεν πρόλαβε το νόμο προστασίας και αποκατάστασης διατηρητέων, οπότε χάθηκε. Εκεί ήταν το πατρικό μου. Εκεί στο ισόγειο, είχε το ιατρείο του ο θειος μου Αριστείδης Ντόντης και λειτούργησε ο «Πολύφημος» ένα τζαζ μπι-στρό, πρωτοποριακό για την εποχή του, το ίδιο διάστημα που ξεκίνησε και η «Τρελή Ροδιά» στην Παντάνασσα. Το τωρινό σπίτι εκτείνεται σε δυο ορόφους που βλέπουν πίσω σε αυλή με κήπο. Καταργήσαμε την εσωτερική σκάλα για να αυτονομηθούν τα επίπεδα και χαμηλώσαμε για πρακτικούς λόγους τις οροφές σε ανακαίνιση του ’60. Εδώ έχω και το πατάρι με το ατελιέ μου. Η διακόσμηση είναι απλή, με παλιά έπιπλα και αντικείμενα, έργα δικά μου και άλλων καλλιτεχνών. Είναι δύσκολο να συντηρείς βέβαια ένα τέτοιο σπίτι. Αυτό που ευτύχισε να κρατάει χρόνια είναι το εξωτερικό του χρώμα, το οποίο επιμελήθηκε ο ζωγρά-φος και φίλος Γιώργος Μπογδανόπουλος με μια πατέντα βαφής βασι-σμένη στην εμπειρία του στην αγιογραφία. Δίπλα μένει η αδελφή μου σε αντίστοιχο οίκημα.

Τι θυμάστε από την εποχή του «Πολύφημου»; 

Είχα κάνει σπουδές καλών τεχνών στην Αγγλία και ήμουν παντρεμένη με το νεανικό μου έρωτα. Το στέκι αυτό ήταν μια παρόρμηση, ένα μαγαζί πολύ προσωπικό και αρτίστικο, στο πατρικό μου σπίτι. Ηταν το πρώτο με τέτοια μουσική και εκδηλώσεις. Προσέλκυσε φιλότεχνους πατρινούς και φοιτητές χάρη στην ξεχωριστή του ρετρό ατμόσφαιρα. Το ανοίξαμε με τον Βαγγέλη Πολίτη – Στεργίου το 1977, πριν εκείνος φύγει για το Παρίσι. Είχε μέσα βιεννέζικα έπιπλα, αφίσες από γκαλερί και ξένα μουσεία, τα χαλιά και τις παλιές σόμπες της γιαγιάς μου. Ακό-μα και τα ποτήρια τα είχαμε διαλέξει μετά από πολύωρη έρευνα στα παλαιοπωλεία στο Μοναστηράκι. Κράτησε μια τριετία, μετά το ανέλαβε ως bar restaurant ο Σάκης Χαλκιάς που μάλιστα αξιοποίησε και τον έξω χώρο, ώσπου να μετακομίσει σε άλλο κτίριο, στη Ρήγα Φεραίου.

Προερχόμενη από μια επιφανή αστική οικογένεια με σημαντική επιχειρηματική δραστηριότητα δεν είχατε το σκεπτικό ενός κοριτσιού της λεγόμενης «καλής κοινωνίας»; Τα πολυτελή υλικά αγαθά και ο κοινώς «αποδεκτός» τρόπος ζωής δεν σας έλκυαν; 

Δεν μας άρεσαν τα πομπώδη στην οικογένεια ούτε η αλόγιστη κατανά-λωση. Θα επέλεγα τη σεμνότητα ως χαρακτηρισμό της φαμίλιας. Ειδι-κά η μητέρα μου ήταν πολύ λιτή. Ο πατέρας μου κυκλοφορούσε πάντα με το ποδήλατο, ήταν το σήμα κατατεθέν του. Θυμάμαι μου έλεγε να «μην ακολουθώ το κοπάδι»… Δεν με γοήτευσε λοιπόν ποτέ το συμβα-τικά μεγαλοαστικό πνεύμα, τα πολιτικά κόμματα, τα καθιερωμένα ζη-τούμενα επιτυχίας, τότε αλλά και τώρα. Με συγκινούσαν το φεμινιστι-κό κίνημα, το Πολυτεχνείο, το κίνημα των χίππις, ήθελα να ταξιδεύω με sleeping bag στο Αιγαίο και να ζω σε κοινόβιο.


Παρόλα αυτά, το όνομά σας έχει σφραγίσει την ακμαία βιομηχανική Πάτρα του χθες μέσω της ABEΞ. Ή ισχύς και ο πλούτος δεν ήταν επιδίωξη; 

Πάντα με διακατέχει μια πικρία όταν αναφέρομαι σε αυτή την υπόθεση. Όλα ξεκίνησαν από ένα πριστήριο κατασκευής σταφιδοκιβωτίων που ξεκίνησε ο παππούς μου και το ανέλαβε μετά ο πατέρας μου. Ηταν μια μικρή βιοτεχνία της εποχής με αφετηρία το 1922, στο ίδιο σημείο της Ανθείας όπου ήταν η ΑΒΕΞ μέχρι σήμερα. Υπήρξε και ένα υποκατάστημα στην Αγίου Ανδρέου. Μετά το τέλος της σταφίδας η επιχείρη-ση εξελίχθηκε σε εμπόριο ξυλείας, προμήθευε δηλαδή εγχώρια ξυλεία αλλά και ξυλεία εισαγωγής από το εξωτερικό. Η όλη ιδεολογία ήταν ταυτισμένη με το γενικότερο πνεύμα που κυριαρχούσε στην οικογένεια: «Να δώσει ψωμί σε δέκα ανθρώπους προσφέροντας σε μια μικρή πόλη». ΜΕ ΣΥΓΚΙΝΟΥΣΆΝ το φεμινιστικό κίνημα, το Πολυτεχνείο, το κίνημα των χίππις, ήθελα να ταξιδεύω με sleeping bag στο Αιγαίο και να ζω σε ΚΟΙΝΟΒΙΟ

Δεν μπορείτε να αρνηθείτε πως επρόκειτο για μια μονάδα τεράστιας δυναμικής και εμβέλειας. Έναν «σταθμό» για το τοπικό γίγνεσθαι. Μιλήστε μας για την πορεία της.

Ναι, εξελίχθηκε σε μια εμβληματική, εργοστασιακή μονάδα- πρότυπο. Μια επιχείρηση συνδεδεμένη με το όνομα της οικογένειάς μου αλλά και την ιστορία ανάπτυξης της Πάτρας έως το 2012, τότε που πτώχευσε. Η μεγάλη ώθηση δόθηκε το ’60 και το ’70 με τη μονάδα παραγωγής ξυλοπλακών για διάφορες επιφάνειες. Τότε γνώρισε η ΑΒΕΞ την πλήρη άνθηση ώστε αποφα-σίστηκε η επέκταση στη βιομηχανική περιοχή, σε εκατό στρέμματα. Ηταν κεφάλαιο, κολοσσός στην κατηγορία της. Δεν υπήρχε κανένα άλλο τέτοιο εργοστάσιο στην Ελλάδα, με τέτοια δυναμική και εύρος στις ξύλινες κατα-σκευές. Απασχολούσαμε έως και εκατό άτομα και δίναμε προιόντα σε Ελλά-δα, Κύπρο και σε ξένες χώρες. Επαναστατικό επίτευγμα και βασικός πόρος ήταν η σύνθετη ξυλεία laminate. Tην περίοδο ’80- ’90 όλα προχωρούσαν αισίως με την όλη αναπτυξιακή εξωστρέφεια και τις τράπεζες «ανοιχτές». Η κρίση άρχισε το 2000. Εγώ μπήκα στο εργοστάσιο διαζευγμένη πλέον, ως παιδί για όλες τις δουλειές. Όταν συνταξιοδοτήθηκε ο πατέρας μου ανέλα-βα διευθύνουσα σύμβουλος.

Πώς βιώσατε το τέλος της ΑΒΈΞ; Αναλογιζόμενη όσα συνέβησαν θεωρείτε πως θα μπορούσε να αποτραπεί; 

Ήταν ένας κατήφορος. Ένας μονόδρομος ασυγκράτητος. Με πρώτη ύλη από το εξωτερικό καθώς η μεταποίηση δεν απέφερε πια κέρδος και η παρα-γωγή δεν συνέφερε, είχαμε να αντιμετωπίσουμε έναν αυξημένο δανεισμό και ένα σκληρό σωματείο εργαζομένων. Αποτανθήκαμε σε οικονομικούς συμβούλους, υπήρξε σχέδιο ανάκαμψης για να κρατηθεί έστω ένα κομμάτι, να διασωθούν κάποιες θέσεις εργασίας και άλλοι να αποζημιωθούν. Αλλά δεν έγινε δεκτό. Το τίναξαν στον αέρα… σε μια εποχή αδυσώπητη με έντονα πάθη. Εγώ έχω να πω πως η δική μας πλευρά πήγε «με το σταυρό στο χέρι». Ούτε την ακίνητη περιουσία του εργοστασίου δεν περισώσα-με. Ηταν τεράστιο πλήγμα καθώς και όλοι μας χάσαμε και τη δουλειά μας εκεί σε προσωπικό επίπεδο. Έχω βέβαια την ικανοποίηση πως έκα-να ό,τι μπορούσα. Βοήθησα, αν και καλλιτέχνης, έχοντας κληρονομήσει τη μεθοδικότητα και τη συνέπεια του πατέρα μου. Αν μη τι άλλο, λέω σήμερα πως η ιστορία της ΑΒΕΞ δεν αμαυρώθηκε. Ούτε κλέψαμε, ούτε φάγαμε, ως την τελευταία στιγμή αγωνιζόμασταν για την τύχη της. Ευ-ελπιστώ ότι ο όμιλος που έχει πάρει τις εγκαταστάσεις ως απλό οικό-πεδο, θα σεβαστεί την παλιά αποθήκη κορυφαίας ιστορικής σημασίας χάρη στους ξένους τεχνίτες που την έφτιαξαν. Ευχομαι να σωθεί και η μνημειώδης ατμομηχανή… Η ΒΙΠΕ παραμένει αναξιοποίητη. Η ΙΣΤΟΡΙΆ της ΑΒΕΞ δεν αμαυρώθηκε. Ούτε κλέψαμε, ούτε φάγαμε, ως την τελευταία στιγμή αγωνιζόμασταν για την τύχη της. Η δική μας πλευρά πήγε «με το σταυρό στο ΧΕΡΙ»

Και πάμε σε πιο ευχάριστα μονοπάτια. Ή διδασκαλία της γιόγκα και η ζωγραφικήήταν φυσικά επακόλουθα της μποέμ ιδιοσυγκρασίας σας; 

Όλα ξεκινούν από μέσα σου. Το 1976 στην Αγγλία ήρθα σε επαφή με τη γιόγκα και πραγματικά με ενθουσίασε. Ηταν άγνωστη τότε στην Ελ-λάδα. Επιστρέφοντας ξεκίνησα κάποια μαθήματα στην Πάτρα. Αρχισα να διδάσκω συμπτωματικά ως αντικαταστάτρια της τότε δασκάλας μας εδώ. Πρώτα συγκεντρωνόταν η ομάδα στη Φιλαρμονική και τώρα έχω το studio στον πρώτο όροφο του σπιτιού. Παράλληλα πάντα ζωγράφιζα. Είχα μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον με αισθητική και με συγκινούσαν ανέκαθεν τα όμορφα πράγματα, οι πίνακες, τα υφάσματα και βέβαια η φύση. Ημουν και πολύ παρατηρητική σε όλα γύρω μου. Ταξιδεύοντας οι χώροι τέχνης καλλιέργησαν αυτό που είχα μέσα μου. Θυμάμαι πως λά-τρευα το χρώμα και είχα προσέξει το ταλέντο στο design κατασκευών του πατέρα μου. Στα έργα μου αλλάζω διαρκώς θεματικές. Είναι όμως σαφείς οι επιρροές των βιωμάτων μου. Χρησιμοποιώ το κέντημα και την κλωστή, λόγω των αναμνήσεων από τη γιαγιά μου αλλά και τη χει-ροτεχνία στην οικογένεια. Η ζωγραφική είναι για μένα η μεγάλη χαρά της ζωής και η γιόγκα η ψυχοθεραπεία μου.

Ποιες είναι οι αγαπημένες σας συνήθειες και απολαύσεις σήμερα πέρα από τις σκοτούρες της καθημερινότητας;

Θα ομολογήσω πως νιώθω πολύ απελευθερωμένη και active στην τρίτη ηλικία. Δεν με καταπιέζει τίποτα, έχω λίγους επιλεγμένους φίλους και θα κάνω αυτό που θέλω, όχι αυτό που πρέπει. Δεν θέλω να φαίνομαι γελοία, αλλά ακόμα και τατουάζ στο πρόσωπο αν θελήσω θα αποκτή-σω. Στις συνήθειές μου είναι ένα ωραίο δείπνο στο «Φαγιούμ», ένας περίπατος στην εξοχή και σίγουρα όσες περισσότερες μέρες μπορώ στο ησυχαστήριο και το καταφύγιό μας στην Κεφαλονιά. Ένα ξύλινο σπιτά-κι που αποκτήσαμε, έξω από το Αργοστόλι, όπου ανακάλυψε τις ρίζες του και ο νυν σύζυγός μου, ο Κωνσταντίνος Τσιτσιλιάνης, καθηγητής μηχανικών στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Εννοείται πως διατηρώ τους δεσμούς με την Κινηματογραφική Λέσχη Πάτρας και το καρναβαλικό γκρουπ «Ασπρο- Μαύρο», αυτά είναι αγαπημένα κομμάτια της νιότης μου μέσα από μια μεγάλη, αξεπέραστη παρέα όπου πρωτοστατούσε ο Λεωνίδας Πούντζας. Εχω όμως χορέψει πολύ disco, έχω χορτάσει την αποκριά και τα parties, ώστε αποζητώ κάτι άλλο πια. Για παράδειγμα έκανα μαθήματα υποκριτικής στη θεατρική ομάδα του Διονύση Βούλ-τσου και θέλω να παρακολουθώ εκδηλώσεις. Με στενοχωρεί που δεν υπάρχει το Επίκεντρο, έχουμε μόνο Πολύεδρο και Cube ή την Αγορά Αργύρη που δεν έχει διαμορφώσει χαρακτήρα. Ετσι τελευταία για τις εκθέσεις μου προτίμησα να διαλέξω τη Φιλαρμονική ή τη Σχολή Χορού της Τατιάνας Λοβέρδου. Τέλος, να πω ότι ο σύζυγός μου είναι χορευ-τής tango αλλά εμένα μου αρέσει κάτι πιο free, όχι να με καθοδηγεί ο άντρας ζευγαρωτά. Η ΖΩΓΡΆΦΙΚΗ είναι για μένα η μεγάλη χαρά της ζωής και η γιόγκα η ΨΥΧΟΘΕΡΆΠΕΙΆ ΜΟΥ

Πώς είναι οι δεσμοί με την επόμενη γενιά της οικογένειας; 

Έχω τρία παιδιά. Οι δυο είναι καλλιτέχνες -ο ένας ζωγράφος και ο άλλος tattoo artist- και ο τρίτος τεχνοκράτης, γενικός διευθυντής στα Praktiker. Για τα τέσσερα εγγόνια μου είμαι μάλλον… τρελογια-γιά. Το σημαντικότερο που τους προσφέρω όταν τα βλέπω στην Αθήνα, πιστεύω πως είναι η αγάπη μου στο να είσαι αυθεντικός και αληθινός.

Πηγή:https://www.thebest.gr/

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.