Μαμά, εγκαταλείπω, είπε, και έσβησε

1914
Η ζωή μετά... Πίσω από την Αθηνά Μουτάφη διακρίνεται η φωτογραφία του γιου της Βίκτωρα να παίζει ντραμς. Το απόγευμα της 23ης Ιουλίου 2018 τον είδε να χάνεται στη θάλασσα – είχαν καταφύγει εκεί για να γλιτώσουν από τις φλόγες.

Λίγες ηµέρες πριν από το Πάσχα, κάποιος τηλεφώνησε στην Αθηνά Μουτάφη και την ενημέρωσε για τη δικαστική εξέλιξη στην υπόθεση «Μάτι». Είχε μόλις βγει το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που πρότεινε την αναβάθμιση της κατηγορίας για πέντε πρώην υψηλόβαθμα στελέχη της Πυροσβεστικής. Η Αθηνά δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ηταν η πρώτη φορά που ένα δικαστικό συμβούλιο πρότεινε αυτό που από καιρό ζητούσε και η ίδια, να δικαστούν κάποιοι για κακούργημα. Πήρε βιαστικά χαρτί και μολύβι από το γραφείο της κόρης της και έγραψε τα ονόματα των πέντε κατηγορουμένων: Σωτήριος Τερζούδης (τότε αρχηγός Επιχειρήσεων του Πυροσβεστικού Σώματος), Βασίλης Ματθαιόπουλος (τότε υπαρχηγός επιχειρήσεων), Ιωάννης Φωστιέρης (τότε διοικητής του ΕΣΚΕ), Γιώργος Πορτοζούδης (τότε διοικητής του ΥΕΜΠΣ), Στέφανος Κολοκούρης (τότε διοικητής της 1ης ΕΜΑΚ). Πολύ αργότερα, είδε πως το χαρτί στο οποίο είχε σημειώσει τα ονόματα, είχε ζωγραφισμένο στην πίσω πλευρά μια θάλασσα και ένα καραβάκι. Συγκινημένη, φώναξε τη Βάσια, την κόρη της. «Μα κοίτα πού το έγραψα», της είπε, δείχνοντάς της το χαρτί. Στη θάλασσα είχαν φτάσει οι δυο τους με τον γιο της, τον Βίκτωρα. Eξι ώρες αργότερα μια ψαρόβαρκα διέσωσε εκείνη και την κόρη της.

Της συμβαίνει συνέχεια τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Τα πάντα νιώθει πως συνδέονται με τα όσα έζησαν την 23η Ιουλίου 2018, ημέρα της εκατόμβης. Σπάνια θα περάσει ημέρα που δεν θα «παίξει» στο μυαλό της κάθε κίνησή τους εκείνο το απόγευμα. «Και εάν δεν είχαν έρθει να την επισκεφθούν εκείνη τη Δευτέρα τα παιδιά; Και εάν είχαν μείνει στο σπίτι το οποίο τελικά δεν κάηκε; Και εάν είχαν πάει στον ναυτικό όμιλο αντί στην παραλία;». Ευτυχώς τις σκέψεις αυτές δεν τις κρατάει μέσα της. Μονολογεί δυνατά και η κόρη της τη μαλώνει. Της υπενθυμίζει πως δεν είχαν απολύτως καμία επιλογή.

Με το Μάτι δεν είχαν κάποια σχέση. Εκείνο το καλοκαίρι η Αθηνά έμενε εκεί προσωρινά, βοηθώντας μια οικογενειακή φίλη που είχε πρόσφατα χειρουργηθεί. Τα παιδιά έμεναν στο σπίτι τους στα Πετράλωνα και με κάθε ευκαιρία την επισκέπτονταν. Τα Σαββατοκύριακα η Βάσια είχε πιάσει δουλειά σε ένα τηλεφωνικό κέντρο, οπότε εκείνη τη Δευτέρα 23 Ιουλίου τα αδέλφια μπήκαν στο ΚΤΕΛ και έφτασαν στο Μάτι τέσσερις και τέταρτο. Η Αθηνά είχε ήδη στρώσει το τραπέζι στον κήπο. Μια χωριάτικη, μπριζόλες για εκείνη και τον Βίκτωρα, μια ομελέτα για τη Βάσια, τρεις παγωμένες μπίρες. Της έλειπαν πολύ τα παιδιά και ήθελε να τα περιποιηθεί. Εκατσαν να φάνε, είπαν τα νέα τους. Παρότι πλέον είχαν μεγαλώσει τα παιδιά, οι τρεις τους ήταν αχώριστοι. Η Βάσια ήταν τότε 23 και σπούδαζε νοσηλευτική, ο Βίκτωρας ή Βικ όπως τον φώναζαν οι φίλοι του, ήταν 25, σπούδαζε ψυκτικός, αλλά το μεγάλο του πάθος ήταν η μουσική. Επαιζε ντραμς και ηλεκτρική κιθάρα και είχε δικό του συγκρότημα.

Μαμά, εγκαταλείπω, είπε, και έσβησε-1
Ο Βικ και η μεγάλη αγάπη. Σπούδαζε ψυκτικός, αλλά λάτρευε τη μουσική και είχε δικό του συγκρότημα. Ηταν μόλις 25 ετών. Φωτ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΤΑΦΗΣ

Στάχτες στον αέρα

Η Βάσια κάποια στιγμή πρόσεξε κάτι περίεργο στο μαύρο φουστάνι της. Ο αέρας έφερνε στάχτες. Στην τηλεόραση όμως δεν υπήρχε καμία ενημέρωση για φωτιά κοντά τους. Προφανώς, σκέφτηκε, οι στάχτες έρχονταν από μακριά. Μετά το φαγητό, άνοιξαν έναν καναπέ που γίνεται κρεβάτι, έστρωσαν και ετοιμάζονταν να κοιμηθούν. Στις έξι ακριβώς και ενώ η φωτιά είχε περάσει τη Μαραθώνος και βρισκόταν απειλητικά κοντά τους η Βάσια με τον Βίκτωρα ήταν ξαπλωμένοι και εκείνη πόσταρε στο Facebook – για μια αυλή στην Κινέτα που συγκέντρωναν αδέσποτα ζώα. Και τα δυο αδέλφια λάτρευαν τα ζώα.

Ο δυνατός αέρας όμως είχε αρχίσει να γίνεται αποπνικτικός. Κάποια στιγμή η Αθηνά ανέβηκε στην ταράτσα του σπιτιού και τότε, βλέποντας τους καπνούς, συνειδητοποίησε πως κινδυνεύουν. Πως δεν είχαν χρόνο. Εφυγαν από το σπίτι με το αυτοκίνητο αλλά είδαν πως θα εγκλωβίζονταν από την κίνηση. Η οικογενειακή τους φίλη, τους είπε να πάνε προς τη θάλασσα. Ετρεξαν όλοι μαζί ξανά, πλέον τρομοκρατημένοι. Πρόλαβαν όμως να μπουν στο νερό και για μια στιγμή αγκαλιάστηκαν σφιχτά. Πρέπει να ήταν λίγο πριν τις έξι και μισή. Από τους καπνούς δεν μπορούσαν να δουν τη Ραφήνα αλλά ήξεραν πόσο κοντά είναι. Πίστευαν πως ήταν θέμα χρόνου κάποιος από την Πυροσβεστική ή το Λιμενικό να έρθει να τους βοηθήσει.

Κολυμπούσαν αναγκαστικά όλο και πιο βαθιά, για να μπορούν να αναπνεύσουν καθαρό αέρα. Πάλευαν κυριολεκτικά με τα κύματα. Και οι τρεις πανικοβλήθηκαν όταν συνειδητοποίησαν πως η φίλη τους πέθανε. Η Αθηνά ήξερε πως ο Βίκτωρας θα ένιωθε υπεύθυνος για την ίδια και την αδελφή του και προσπαθούσε να τον κρατήσει κοντά της και να τον ηρεμήσει. «Δεν είμαστε μακριά αγάπη μου. Μην κουράζεσαι. Μην κολυμπάς, άσε το κορμάκι σου απλά να επιπλέει», του έλεγε. «Μαμά εγκαταλείπω», της είπε εκείνος. Ηταν τα τελευταία του λόγια. Ο Βίκτωρας δεν άντεξε και πέθανε εκεί, μέσα στη θάλασσα.

Η Αθηνά αναγκάστηκε να τον αφήσει μέσα στο νερό για να μπορέσει να βοηθήσει τη Βάσια, η οποία βρισκόταν σε πανικό. Οι δυο τους κολυμπούσαν για ώρες μέχρι που διασώθηκαν και μεταφέρθηκαν στη Ραφήνα λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Οχι από το Λιμενικό ή από μια λέμβο των ΕΜΑΚ, αλλά από ένα καΐκι Αιγύπτιων ψαράδων. Οταν έφτασαν στη Ραφήνα, κάποιος από το Λιμενικό τούς περίμενε. Ούτε όμως τότε τους βοήθησαν ουσιαστικά. Μόνο σημείωσαν σε ένα χαρτί τα ονόματά τους και μετά μάνα και κόρη σε κατάσταση σοκ, ξυπόλυτες, φορώντας ένα μακό που τους είχαν δώσει οι ψαράδες, ζήτησαν από κάποιον περαστικό να χρησιμοποιήσουν το τηλέφωνό του για να ειδοποιήσουν τον πατέρα των παιδιών. Το σώμα του Βίκτωρα βρέθηκε μετά οκτώ ημέρες.

«Δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν θέσεις όσοι εκτελούσαν υπηρεσία την ημέρα που το ελληνικό κράτος επέδειξε τη χειρότερη ανικανότητα διαχείρισης κρίσεων και προστασίας των πολιτών του».

Το «μετά»

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η Αθηνά παρακολουθεί τα πάντα σε σχέση με την υπόθεση. Ξέρει πλέον πως ενώ γνώριζαν την επικινδυνότητα της φωτιάς ουδείς τους προειδοποίησε. Πως είχαν ενημερωθεί –Πυροσβεστική και Λιμενικό– για τον κόσμο που πάλευε από νωρίς στη θάλασσα. Ξέρει για τα εναέρια και τα πλωτά μέσα που, άγνωστο γιατί, δεν χρησιμοποιήθηκαν. Για τους υψηλόβαθμους αξιωματικούς που, ενώ κλήθηκαν να συνδράμουν, είτε παρέμεναν χωρίς κανένα λόγο στην Κινέτα ή εγκατέλειψαν το πόστο τους γιατί ένιωσαν πως… ανακατεύονται. Για τον αξιωματικό, υπεύθυνο για τα εναέρια του αεροδρομίου, που έκανε ξενάγηση σε μια νεαρή κυρία ακριβώς την ώρα που εκείνη και τα παιδιά της έμπαιναν στη θάλασσα.

Δυο φορές η Αθηνά έστειλε επιστολή στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη με αφορμή τις προαγωγές εμπλεκομένων αξιωματικών σε θέσεις υψίστης ευθύνης. «Δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν αυτές τις θέσεις όσοι εκτελούσαν υπηρεσία την ημέρα κατά την οποία το ελληνικό κράτος επέδειξε τη χειρότερη ανικανότητα διαχείρισης κρίσεων και προστασίας των πολιτών του», του έγραψε τον Ιανουάριο του 2020. Δεν έλαβε ποτέ απάντηση.

Οταν λίγους μήνες αργότερα βγήκε στο φως ο εκβιασμός που είχε υποστεί ο πραγματογνώμονας Δημήτρης Λιότσιος από τον πρώην αρχηγό του πυροσβεστικού σώματος Βασίλη Ματθαιόπουλο, ζητώντας του να θάψει τα στοιχεία –με εντολές, όπως ισχυρίστηκε, της τότε κυβέρνησης– θεώρησε πως η αλήθεια που εκείνη είχε βιώσει είχε αποκαλυφθεί. Πως δεν υπήρχε πλέον περίπτωση οι υπεύθυνοι να μην τιμωρηθούν για την εγκληματική αδιαφορία που είχαν δείξει. Και όμως, είδε δύο ακόμη φορές έκτοτε (τέσσερις συνολικά) τα αιτήματα του ανακριτή Αθανάσιου Μαρνέρη για αναβάθμιση της κατηγορίας να απορρίπτονται.

Γι’ αυτό και η εξέλιξη λίγο πριν από το Πάσχα ήταν μια μεγάλη νίκη. Οχι μόνο για εκείνη και όσους έχασαν κάποιον δικό τους ή τους εγκαυματίες. Αλλά και όσους τους έχει στοιχειώσει το Μάτι. Ανθρωποι που έχασαν το σπίτι τους και αναγκάστηκαν να ξεκινήσουν από το μηδέν, άλλοι που ξέρουν πως σώθηκαν από τύχη και έκτοτε έχουν χάσει τον ύπνο τους. Τα παιδιά της φωτιάς, όπως αυτοαποκαλούνται, που έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στο κράτος και στη δικαιοσύνη.

Η νίκη τους όμως αυτή ανατράπηκε γρήγορα. Οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες προς μια κατεύθυνση που κανείς τους δεν περίμενε. «Πέρα από τους κατηγορουμένους που, όπως είναι αναμενόμενο, θα έκαναν έφεση στο βούλευμα, έφεση έκανε άμεσα και ο εισαγγελέας», της ανακοίνωσε ο δικηγόρος της Ιωάννης Καραγκούνης. «Και αυτό, τη στιγμή που ο εισαγγελέας έπρεπε να δώσει στον ανακριτή τη δυνατότητα να ερευνήσει και τα κακουργήματα και τα πλημμελήματα. Ο δόλος ή η αμέλεια δεν έπρεπε να είναι δική του απόφαση. Οφειλε να την αφήσει στον δικαστή».

Οταν τέλη Ιουνίου βγήκε το βούλευμα του Εφετείου, ο κ. Καραγκούνης δεν μπορούσε να κρύψει την απογοήτευσή του. «Οταν έχεις μεγαλώσει πιστεύοντας στη δικαιοσύνη, η πίστη αυτή σε τέτοιες στιγμές κλονίζεται. Και κλονίζεται ισχυρά», δήλωσε στην «Κ». Σύμφωνα με το βούλευμα, ουδείς πρόκειται να παραπεμφθεί για κακούργημα. Ολοι θα δικαστούν για πλημμέλημα.

Μαμά, εγκαταλείπω, είπε, και έσβησε-2
Το τελευταίο γεύμα. Μπριζόλα, σαλάτα, παγωμένη μπίρα. Τραπέζι στον κήπο με τη φροντίδα της μητέρας. Λίγη ώρα αργότερα, τους κύκλωσαν οι φλόγες. 

«Σαν δεύτερος θάνατος»

Η είδηση βρήκε την Αθηνά σε ένα νησί των Κυκλάδων, όπου εργάζεται ως καμαριέρα. Εκείνο το πρωί δεν είπε σε κανέναν τίποτα, αλλά οι συνάδελφοί της κατάλαβαν πως κάτι άσχημο της είχε συμβεί. Την πίεσαν να φύγει για το υπόλοιπο της βάρδιας, να προσπαθήσει να ξεκουραστεί. Εκτοτε, κάθε απόγευμα μετά τη δουλειά, επιστρέφει κατευθείαν στο δωμάτιό της. Γράφει, σβήνει, ξαναγράφει αυτά που θέλει να πει στην εκδήλωση για την τέταρτη επέτειο της φωτιάς. Προσπαθεί να βρει τις σωστές λέξεις και να μιλήσει για τον Βίκτωρα, για το πώς η μη απόδοση δικαιοσύνης είναι σαν να βιώνει έναν δεύτερο θάνατο. Για το πώς ο μεγάλος της φόβος επιβεβαιώνεται: Η υπόθεση, τα εγκληματικά λάθη και οι ευθύνες είναι θέμα χρόνου να ξεχαστούν. «Δεν ζήτησα ποτέ να καταδικαστούν για κακούργημα αλλά να πάνε στο δικαστήριο με αυτή την κατηγορία και εκεί να εξεταστούν τα στοιχεία. Εκεί, ας αποδείκνυαν πως δεν γνώριζαν, πως δεν ενήργησαν με πλήρη αδιαφορία. Η αλήθεια άλλωστε δεν αφορά μόνο εμένα. Ο καθένας ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθεί στη θέση μου ή στη θέση του Βίκτωρα», λέει στην «Κ».

Μαριάννα Κακαουνάκη

Πηγή:https://www.kathimerini.gr/

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.