Camping και Disco στη Σύρο του ’70

499
https://www.istorima.org/

Τη δεκαετία του ’70 στον Γαλησσά της Σύρου, η Ελπίδα Φρέρη μαζί με τον σύζυγο έφτιαξαν έναν τόπο διασκέδασης και διακοπών με επισκέπτες από όλο τον κόσμο.


Ονομάζομαι Ελπίδα Φρέρη και ήμουν ιδιοκτήτρια του Camping και Disco «YIANNA», στον Γαλησσά Σύρου. Ως Συριανή, άκουγα και από τους παλαιότερους ότι στον Γαλησσά υπήρχανε χίπηδες και ότι ήταν το πρώτο χωριό της Σύρου που είχε τόσο τουρισμό. 

Εμείς μέναμε εκεί μαζί με τον σύζυγό μου και την κόρη μας. Γύρω στο 1960, ήρθε ένας από τους πρώτους ξένους στο χωριό, ένας Αμερικανός, και μας ζήτησε, να κατασκηνώσει δίπλα στο σπίτι μας. Σιγά σιγά, ερχόντουσαν κατά καιρούς κι άλλα παιδιά. Στην αρχή στη γειτονιά τους βλέπανε με φόβο. PlayΟι γειτόνισσες φοβόντουσαν που βλέπανε έναν ξένο, να περνάει απ’ την αυλή μας. Και μου έλεγαν: «Γιατί το αφήνεις το παιδάκι και σου μιλάει ο ξένος; Θα σου το κλέψουν!» Εγώ όμως, δεν είχα αυτήν την πονηριά επειδή έβλεπα ότι είχανε ωραίο τρόπο. 

Μια χρονιά ήρθε μία Εγγλέζα και έχτισε ένα σπίτι στην παραλία. Μάζευε τον κόσμο, νεαρούς τουρίστες στην ταράτσα της για «καμάκι». Έβαζαν μουσική, τραγουδούσαν και περνούσαν όλη τη βραδιά εκεί. Πηγαίναμε και εμείς εκεί, συναντιόμαστε με τους ξένους, γιατί δεν είχε κάποιο μαγαζί η περιοχή, ούτε καν σούπερ μάρκετ. Και συνέχεια λέγαμε: «Κάτι πρέπει να γίνει». Συγχρόνως πλήθυνε ο κόσμος και φιλοξενούσα κάποιους ξένους σπίτι μας, αφιλοκερδώς. 

Και έτσι, το 1975 αποφασίσαμε να φτιάξουμε την disco. Αφού δεν υπήρχε κάτι άλλο για τους ξένους και για εμάς. 

fr0240_photo39__1_
fr0240_photo111__1_

Πήραμε από τις πρώτες άδειες για υπαίθρια ντίσκο στην Ελλάδα. Είχε άλλη μια στην Ίο και μια στη Χαλκιδική. Είχαμε ένα χωράφι δίπλα από το σπίτι με καλλιέργειες. Τον πρώτο χρόνο που ξεκίνησε να δουλέψει, για να μη χάσουμε τον κόσμο και επειδή τα οικονομικά είχανε λίγο περιοριστεί, το μισό χωράφι ήτανε η disco, το άλλο μισό είχε κολοκύθια! Κάθε βράδυ στη disco, ο άνδρας μου κέρναγε μαζί με το ποτό καρπούζια, πεπόνια από το κτήμα. 

Τους ντόπιους τους ενοχλούσε η μουσική από την disco, υπήρχαν όμως και εξαιρέσεις. Η γιαγιά μου που ήταν 80 χρονών και την έπαιρνα για να κάνουμε την προετοιμασία, δεν ήθελε να φύγει. Της άρεσε πάρα πολύ, καθόταν μπροστά στην πίστα και άκουγε την μουσική. Μία άλλη κυρία, στον Γαλησσά, άνοιγε το παράθυρο όλη τη νύχτα, να ακούσει μουσική. Ήταν ένας παππούς με τη γιαγιά, και του έλεγαν οι υπόλοιποι Γαλησσιανοί: «Μπάρμπα Αντώνη, μα δεν σε ενοχλεί η μουσική». «Όχι, δεν με ενοχλεί καθόλου, κάθομαι στην αυλή μου και ακούω την μουσική και αναπνέω τις μυρωδιές και τα γυναικεία αρώματα που βγαίνουν από μέσα».


DJ δεν είχαμε, τον έκανα εγώ. Αυτή η Εγγλέζα, μου έγραψε τα τραγούδια σε ένα μπλοκ, για να ξέρω να κάνω πρόγραμμα. PlayΜαζευόταν όλοι οι ξένοι, γιατί τους άρεσε, αλλά πάντα με ξένη μουσική. Δεν βάλαμε ποτέ ελληνικό τραγούδι. Αν τους έβαζες, διαλούσε το μαγαζί!

Μετά τις 02:00 το βράδυ, κλείναμε τη μουσική. Τι κάναμε μετά; Μαζευόμασταν όλοι, και εμείς μαζί με την οικογένειά μου, και πηγαίναμε στην παραλία. Και εκεί, άρχιζε άλλο πάρτι! Ανάβαμε φωτιά, καθόμαστε γύρω και παίζαμε τραγούδια στη κιθάρα. Όταν νυστάζαμε, είχαμε μία κουβέρτα και κοιμόμασταν εκεί στην παραλία. Και όταν πια έβγαινε ο ήλιος, τα μαζεύαμε και πηγαίνανε για ύπνο

Μένανε όλοι σε σκηνές στα χωράφια, στην παραλία, κι έτσι το αποφασίσαμε να κάνουμε ένα οργανωμένο camping. Μας πίεσε και ο διοικητής της αστυνομίας ότι: «Κύριε Φρέρη, κάντε κάτι, αφού έχετε χώρο». Το camping ξεκίνησε το ‘78 χωρίς άδεια και μετά από πολλές ταλαιπωρίες το ‘82 έγινε νόμιμο. Είχαμε μια έκταση 10-12 στρέμματα και εκεί χωρούσαν τροχόσπιτα και σκηνές. Στην αρχή, δεν είχαμε πολλά. Μετά όμως πλήθυναν. Ερχόντουσαν πολλοί Γερμανοί, Γάλλοι, Δανοί, Αυστριακοί, Ιταλοί. Μετά, άρχισαν κι ερχόντουσαν και Έλληνες. 

fr0240_photo10__1_
fr0240_photo102__1_

Είχαμε τροχόσπιτα που ερχόντουσαν το Πάσχα. Από την Γαλλία, περίπου 20 με 30 τροχόσπιτα. Αυτοί ήταν όλοι μεγάλοι βιομήχανοι, ήτανε «κρασάδες» που φτιάχνανε κρασιά. Μας παίρνανε τηλέφωνο από τον Ιανουάριο, μας δίνανε το πρόγραμμα, ποια μέρα, ποια ώρα. Ερχόντουσαν και παιδιά από σχολεία. Τα έφερνε πούλμαν απ’ τη Γαλλία. Και έβλεπες τα παιδιά και έπεφταν, λιποθυμούσανε από τη ζέστη. 

Είχαμε την disco, την καφετέρια, το μίνι μάρκετ, τουαλέτες ανδρικές και γυναικείες, ένα δωμάτιο με πλυντήριο μέσα, κουζίνα. Πολλοί μαγείρευαν με γκαζάκια μέσα στο χωράφι, γιατί θέλανε να ζήσουνε την υπαίθρια ζωή. Κάθε φορά που ερχόταν κάποιος, εμείς καθαρίζαμε από τα χόρτα ένα τετράγωνο στο χωράφι και αυτοί πήγαιναν και στήνανε εκεί που ήταν η πρασινάδα, το χαμομήλι. Τόσο πολύ ήθελαν την επαφή με την φύση.  

Άδεια για παραλία γυμνιστών, παρότι θέλαμε, δεν καταφέραμε να βγάλουμε. Έτσι πηγαίναμε και εμείς μαζί τους πίσω στον Αρμεό. Και επειδή είχαμε δουλειά και δε μπορούμε να πηγαίνουμε μας έλεγαν: Play«Θα ‘ρθείτε το μεσημέρι στην παραλία πίσω στους γυμνιστές, για να ‘ρθούμε εμείς το βράδυ στη disco!»

Είχανε γίνει πολλές γνωριμίες εδώ, πρόσωπα από όλα τα κράτη: Έλληνας με Γάλλο, Γάλλος, με Δανός. Κάποιοι Ιταλοί πήρανε Ελληνίδες από εδώ από τον Γαλησσά. Άλλοι είχαν κάνει ακόμα και τον γάμο τους εδώ. Οι  πιο πολλοί που ερχόντουσαν και ξαναρχόντουσαν, όταν παντρευόντουσαν έφερναν την γυναίκα τους ή τον άντρα τους να δούνε πώς περνούσαν τα καλοκαίρια τους νεότεροι. Με τους περισσότερους επισκέπτες κρατούσαμε και αφού έφευγαν επαφή. Μας έστελναν γράμματα, φωτογραφίες, μας έδιναν κρασιά, λουλούδια. Κάποιες φορές μας ερχόντουσαν λεφτά, που δεν ξέραμε από πού είναι.

 Μας είχε στείλει ένας Ιταλός κάτι χρήματα και έλεγε: «Έφυγα και δεν πλήρωσα». 

Καποτε είχε έρθει ένα παλικάρι από τη Σουηδία. Και  έπινε πολύ ποτό και έκανε και λίγα ναρκωτικά. Ο Γιώργος, ο άνδρας μου, τον είχε βοηθήσει πάρα πολύ, και τον πήγε στο νοσοκομείο. Όταν πήγε στο σπίτι του, το είπε στη μάνα του και μας έπαιρνε τηλέφωνο ότι: «Είμαι καλά και κάνω θεραπεία». Σε δύο χρόνια, μας παίρνει η μαμά του και μας λέει: «Έφυγε από τη ζωή, σας ευχαριστούμε πάρα πολύ» και είχε γράψει και μία κάρτα στα ελληνικά: «Ευχαριστώ». Ξεκίνησε η μάνα του και ήρθε εδώ, για να περπατήσει στα σημεία που πήγε ο γιος της. Και είχε φέρει και την κάρτα του γιου της και έδωσε στον Γιώργο ένα φάκελο με λίγα χρήματα. Αισθάνθηκε δηλαδή ότι το παιδί της δεν έμεινε αβοήθητο και μπόρεσε και πήγε πίσω στην πατρίδα του. 

Μετά από κάποια χρόνια άνοιξε και ένα άλλο camping και σταδιακά λιγόστευε ο κόσμος. Είχαμε και τεράστιες ζημιές από τις πλημμύρες και δε μας βοήθησε καμία υπηρεσία. Τελικά αποφασίσαμε να κλείσουμε το κάμπινγκ και την ντίσκο.

Δεν περνάει μια μέρα που να μην θυμηθούμε όλη αυτή την κατάσταση που ζήσαμε. Και ακόμα και σήμερα, όποιος περάσει από εδώ λέει «Ρε η disco!» Περνάνε και φωνάζουνε «Αυτή η ‘YIANNA’ πότε θα την ξανανοίξετε;» Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έκανε διακοπές εδώ και να μην τις έχει ευχαριστηθεί. Έτσι πιστεύω.

ΕρευνήτριαΖουστίν Αρβανίτη 

ΕπιμέλειαΧάρις Παγωνίδου

Πηγή:https://www.istorima.org/

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.