Σε ποια πλευρά του πάλκου σε είδα; O Ζάχος Χατζηφωτίου και ο Σταμάτης Κόκοτας

259

Ο ευζωιστής γυναικοκατακτητής με τα παράσημα και ο λαϊκός cult τραγουδιστής που έκανε από εργάτες ως βιομηχάνους να κλάψουν. Δυο θάνατοι, οι διαπιστώσεις και τα λεκτικά άλματα που συνοδεύουν το κατευόδιό τους. Ζάχος Χατζηφωτίου και Σταμάτης Κόκοτας.

Ο βαρύς μαύρος σκελετός του διανοούμενου που συναντούσε την μεταξωτή ποσέτ του Lanvin. Τα παράσημα από το Eλ Αλαμέιν και το Ρίμινι στην βιτρίνα στο σαλόνι της Κηφισιάς. Οι χιλιάδες στήλες του Ιακχου στον Ταχυδρόμο που έβαλαν «το πόπολο», τους περισσότερους από εμάς δηλαδή, λάθρα στα σαλόνια μεγιστάνων, βασιλιάδων και σταρ μέσα από περιγραφές για δεξιώσεις και πριβέ δείπνα. Ο μύθος του γυναικοκατακτητή με τους πέντε γάμους και τις γυναίκες να λιώνουν στο πέρασμά του, πουκάμισα σινιέ, κάποιες φορές αδειανά. Το σαρκαστικό ύφος για την «άλωση» της Αθήνας και της Μυκόνου.

Ευπατρίδης ή ευζωιστής;


Ο Ζάχος Χατζηφωτίου είχε 99 ολόκληρα χρόνια για να ζήσει με τον τρόπο που ήθελε όπως έλεγε, υιοθετώντας το μότο του Σινάτρα ως δικό του, για να φτιάξει έναν μύθο απόλυτο, συμπαγή. Ο θάνατός του όμως δείχνει πως ο μύθος αυτός δεν ήταν τόσο συμπαγής, αλλά με μιας με ένα κρακ, έσπασε στα δύο. Και ίσως αυτό να μην συνέβαινε αν δεν είχε αρχίσει να μπαίνει δίπλα στο όνομά του ο χαρακτηριστικός «ευπατρίδης». Κυρίως αν δεν είχε πάρει την απόφαση ο δήμαρχος Αθηναίων να γίνει η κηδεία του δημοτική δαπάνη. Εκεί το κρακ, η ρωγμή βγήκε στο φως και χώρισε τον Ζάχο στα δυο.

Ο Ζάχος Χατζηφωτίου σε δείπνο στη Νέα Υόρκη


Eλ Αλαμέιν και Ρίμινι ναι, όπως και τόσοι άλλοι αγωνιστές βέβαια, ανώνυμοι, παιδιά από χωριά και λαϊκές τάξεις της εποχής. Ο παππούς μου, ο παππούς σου. Ευζωιστής ναι, ελίτ ναι, αθηνολάτρης ναι, αλλά «ευπατρίδης»; Προσέφερε απλόχερα κάποτε αυτό που τώρα δίνεται αφειδώς, τσάμπα, πληθωρικά από τα social media: την κατάσταση στα σαλόνια, τις τραπεζαρίες, τα γιοτ των ισχυρών.

Μενταγιόν αστακού και ασημένια Christofle μαχαιροπίρουνα, διαμάντια στα αυτιά των γυναικών πούρα από την πατρίδα του Κάστρο. Ένα αφήγημα αληθινό και ιδιωτικό που το έκανε δικό μας, το «εκδημοκράτησε» μέσω της πληροφορίας. Το έκανε όχημα φαντασίωσης, πόθου, φθόνου, απαξίωσης, το έκανε μια φέτα ζωής που ποτέ δεν θα μπορούσαμε να γευθούμε εμείς οι υπόλοιποι. Ένα θέμα διδακτορικής διατριβής από μόνο του. Ηταν μια υπηρεσία.


Βαρύς μαύρος σκελετός γυαλιών, sur mesure κοστούμι, πούρο: Ο Ωνάσης δίπλα στον Σταμάτη Κόκοτα. Με μια βιαστική ματιά θα μπορούσες να πιστέψεις ότι είναι ο Ζάχος Χατζηφωτίου

Σε ποιον ανήκεις;


Οδήγησε στον εθισμό τους αναγνώστες του, έθρεψε τον εγωισμό και τον εσωτερικό ανταγωνισμό των πρωταγωνιστών του -πιο πολύ, πιο ακριβά, πιο εκκεντρικά. Το έκανε με έναν τρόπο όμως που απουσίαζε η λεπτή ειρωνεία ενός Τρούμαν Καπότε. Να είσαι μέρος αυτού του κόσμου και να τον χλευάζεις στα μούτρα του πίνοντας την σαμπάνια του. Να είσαι εκεί, αλλά να μην ορίζεσαι από αυτούς. Να τους βγάζεις από πάνω σου σαν το κοστούμι σου όταν φεύγεις από την έπαυλη.

Ενας «ευπατρίδης» που περηφανευόταν για τις όμορφες και πολλές γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή του, που εξιστορούσε πώς η Αλίκη Βουγιουκλάκη ήθελε να τον αρπάξει από την Τζένη Καρέζη (διαιωνίζοντας τον μύθο της γυναικείας ανταγωνιστικότητας για τα μάτια ενός άνδρα), έκανε ακόμα και μια δήλωση στην τηλεόραση για σχέση του με γνωστή μάνατζερ και τηλεοπτική προσωπικότητα η οποία στη συνέχεια το διέψευσε, αν και με τρυφερότητα.

Οι νεκρολογίες του αναφέρονται στον κόσμο που άνοιξε για το κοσμικό ρεπορτάζ, στο πώς προστάτεψε την Αθήνα από τις επιθέσεις των βαρβάρων άλλων κατοίκων, στις πέντε θητείες στον δήμο Αθηναίων -χωρίς να θυμόμαστε κάτι ως σημείο αναφοράς των θητειών.

Ο Ζάχος Χατζηφωτίου με καλλονές και κλασικό στυλ bon viveur γλετζέ της εποχής


Γράψτο όπως το είπα


Ο Ζάχος Χατζηφωτίου έτρωγε πλάι στον Ωνάση και πέταγε λουλούδια στον Σταμάτη Κόκοτα που από την άλλη άκρη, απέναντι, πάνω στο πάλκο τραγουδούσε ως τα ξημερώματα ακόμα και το μεσημέρι, συχνά με συνθήκες απάνθρωπες. Τραγουδούσε για τον Ωνάση και την Τζάκι και τον Ζάχο αλλά και για τον εργάτη, τον δημόσιο υπάλληλο, τον ερωτευμένο στα πιο πίσω τραπέζια με την ίδια αφοσίωση.

Εσκυψε να αγκαλιάσει έναν πατέρα που έκλαιγε γοερά όταν άκουσε το «Γιε μου» επειδή είχε χάσει τον γιο του πρόσφατα και παραλίγο να πάρουν φωτιά τα μαλλιά του Κόκοτα από το τσιγάρο του. Του πέταξαν ένα τραπεζομάντηλο στο κεφάλι για να την σβήσουν. Το θυμόταν το περιστατικό όμως λόγω του πόνου του πατέρα που ξεχείλισε όταν ο Κόκοτας άρχισε να τραγουδά.

O Σταμάτης Κόκοτας με τον μέγιστο Βασίλη Τσιτσάνη


Η φωνή του μέσα από τρανζίστορ έγινε μόνιμη συντροφιά όλης της Ελλάδας, όνειρα απατηλά, και μη σκεφτείς ότι για με δεν ήσουν όνειρο, δεν το μπορείς όσο και αν θες να με ξεχάσεις κ.ο.κ.. Ενας από εμάς ο Κόκοτας, ποδοσφαιρόφιλος, τρελαμένος με τα αυτοκίνητα, που στα πόδια του γονάτιζε ως και ο Ωνάσης αλλά και τον ξεζούμιζε με τις απαιτήσεις του, ο κύριος «γράψ’ το όπως το είπα» που μιλούσε χωρίς φίλτρο στις συνεντεύξεις. Με τις καλτ φαβορίτες του, που μπορεί να αποτελούσαν αντικείμενο αστείων σε κάποιους με ποσέτ στα πρώτα τραπέζια, αλλά δεν τις έβλεπες όταν άρχιζε να τραγουδάει τόσο γλυκά, όπως του έλεγε η Μαρία Κάλλας.  

Δύο κόσμοι που συναντήθηκαν από τις αντίθετες πλευρές του πάλκου καθώς ξεδιπλωνόταν η ιστορία, η ταυτότητα, το βίωμα της Αθήνας, της χώρας. Δυο μύθοι, τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους. Τους ενώνει μόνο η φράση του Οσκαρ Ουάιλντ «Το να ζήσεις είναι εξαιρετικά σπάνιο. Οι περισσότεροι άνθρωποι απλά υπάρχουν».

Πηγή: iefimerida.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.