Βασίλης Χατζηπαναγής

163
ROSA

«Ο πατέρας μου ήταν µεγάλος πατριώτης. Αγαπούσε πολύ την Ελλάδα και την Κύπρο. Ήταν πραγματικός αγωνιστής για τα πιστεύω του.

Γεννήθηκε µε ένα παντελόνι και πέθανε µε ένα παντελόνι και µια καπαρντίνα. Ήθελε να µε δει µε τη φανέλα της Εθνικής παρά το ότι ήταν πολιτικός πρόσφυγας», έλεγε με καημό o Βασίλης Χατζηπαναγής.

«Πιστεύω ότι πλήρωσα και τα πολιτικά φρονήματα του πατέρα μου, ο οποίος ήταν αριστερός μέχρι το τέλος της ζωής του», είπε αργότερα αναφερόμενος στον αποκλεισμό του από την έθνική ομάδα.

«Μπορεί στην αρχή η ζωή μας στην Τασκένδη να ήταν λίγο φτωχική, αλλά δεν μας έλειπε τίποτα. Εξάλλου και στην Ελλάδα η ζωή δεν ήταν πιο εύκολη.

Τότε στην Τασκένδη, ήμασταν 35.000 πολιτικοί πρόσφυγες. Εμένα η μόνη μου έγνοια ήταν να παίζω ποδόσφαιρο. Έπαιζα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου».

«Όταν ήρθε η ώρα να φύγω, οι Ουζμπέκοι έκλαιγαν», θυμάται. Στο σπίτι του είχαν έρθει χιλιάδες γράμματα από οπαδούς που τον παρακαλούσαν να μείνει στην ομάδα.

Τότε, ο γενικός γραμματέας της Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν κάλεσε τον πατέρα του και του είπε: «Φύγετε εσείς και αφήστε τον Βασίλη να μείνει. Ο κόσμος τον αγάπησε εδώ. Είναι σαν να φεύγει η μισή ομάδα».

Ο πατέρας του όμως ήθελε να γυρίσει στην Ελλάδα. Το ίδιο ήθελε και ο γιος του, με όλους τους πολιτικούς πρόσφυγες να ζουν με αυτό το όνειρο.

Στο νέο επεισόδιο του podcast της ROSA «Πελότα Λίμπρε» μιλάμε για τον δικό μας Μαραντόνα, τον Βασίλη Χατζηπαναγή, έναν τρομερά ταλαντούχο παίκτη, την καριέρα και πορεία του οποίου το ελληνικό κράτος «έθαψε» επειδή οι γονείς του ήταν κομμουνιστές.

Πηγή:https://www.rosa.gr/

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.